Τα νέα νησιά & Το μυστικό
της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ
εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ
συνάντηση με την
Άννα Βερροιοπούλου
Είναι η δεύτερη δουλειά της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ που μεταφράζεις στα ελληνικά (η πρώτη: Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής ). Ποια είναι λοιπόν για σένα η σπουδαία αυτή Χιλιανή συγγραφέας;
Με το πρώτο βιβλίο ήθελα να συστήσω τη μεγάλη Μαρία Λουίσα Μπομπάλ, María Luisa Bombal (1910-1980) στο ελληνικό κοινό. Έτσι το 2020 μετέφρασα το μυθιστόρημα «Οι αναμνήσεις μιας νεκρής» (εκδόσεις Απόπειρα), το οποίο μάγεψε τους αναγνώστες και αγαπήθηκε από πολλούς. Ωστόσο, οι ιστορίες της με είχαν μόνιμα στοιχειώσει κι είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να εκδώσουμε ένα δεύτερο βιβλίο της. Πήρε κάμποσο καιρό, διότι μια μεγάλη δυσκολία με την Μπομπάλ είναι να βρει κανείς και να πάρει τα δικαιώματα για τα έργα της. Να φανταστείς, μετά τις «Αναμνήσεις μιας νεκρής» ήρθαν σε επαφή μαζί μου διάφοροι απεγνωσμένοι μεταφραστές από άλλες χώρες, για να τους βοηθήσω με τα δικαιώματα. Για το δεύτερο βιβλίο, είχα αρχικά επιλέξει τρία εξαιρετικά κείμενα που μου αρέσουν πολύ. Κατάφερα τελικά να βρω τα δικαιώματα από τα δύο: τη νουβέλα «Τα νέα νησιά» και το διήγημα «Το μυστικό». Να σας εκμυστηρευτώ ότι, πρωτίστως, με έκαιγε να κάνω «Το μυστικό». Παρότι δεν θεωρείται από τα πιο αναγνωρισμένα της, είναι για μένα ένα από τα πιο σαγηνευτικά και δυνατά διηγήματα που έχω διαβάσει. Ελπίζω να σαγηνευτούν εξίσου και οι αναγνώστες.
Ποια είναι λοιπόν για μένα η Μπομπάλ; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τη συγγραφέα από τον άνθρωπο. Η περίεργη ομίχλη που καλύπτει τους χαρακτήρες της, τυλίγει και την ίδια την Μπομπάλ. Όλοι τους προβάλουν μέσα από το μυστήριο και την τραγωδία. Για μένα η Μπομπάλ είναι μια φιγούρα τόσο λογοτεχνική, όσο και γυναικεία. Όταν την κοιτάς στις παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, όταν τη διαβάζεις και μαθαίνεις για τη ζωή της, είναι σαν την ανάγνωση ενός ποιήματος. Είχε τόσο πάθος, υπερασπίστηκε με τόση φλόγα το κάθε της συναίσθημα, κάθε της στάση, κάθε της επιθυμία, που δεν μπορείς παρά να νιώσεις συγκίνηση, να τη θαυμάσεις, αλλά και να συμπάσχεις μαζί της για τη θλίψη με την οποία βίωσε εντέλει τη ζωή της. Η «δυσκολία του να είσαι», που χαρακτηρίζει και τις ηρωίδες της, την οδήγησε σε ένα είδος αποξένωσης και αργότερα στο ποτό. Δεν είναι τυχαίο που ο Νερούδα την αποκαλούσε «Φλογισμένη μέλισσα». Μάλιστα, αυτός είναι και ο τίτλος μιας όπερας βασισμένης στη ζωή της που ανέβηκε πρόσφατα στη Χιλή. Αξίζει να διαβάσει κανείς για τη συγκλονιστική ζωή της στο επίμετρο του βιβλίου «Αναμνήσεις μιας νεκρής». Ήταν, λοιπόν, μια γυναίκα πολύ «θηλυκιά» και ταυτόχρονα ακραία αντισυμβατική, ατίθαση, τολμηρή. Δεν ασπάστηκε τον καθιερωμένο τρόπο ζωής των αρχών του 20ού αιώνα, τον γάμο, την οικογένεια, το σπιτικό, το νοικοκυριό, αλλά διεκδίκησε θαρρετά και αυτονόητα μια θέση στον ανδροκρατούμενο κόσμο, στη λογοτεχνία, στα αντρικά φιλολογικά σαλόνια. Στα πάρτι, έμπαινε κατευθείαν στα πηγαδάκια των αντρών για να μιλήσει για λογοτεχνία. Οι γυναίκες την αποστρέφονταν, οι άντρες στέκονταν αμήχανοι, παρότι τη θαύμαζαν. Ήταν για όλους εντέλει μια ύπαρξη εκκεντρική. Ένας γνωστός της είχε σχολιάσει: «Ήταν πολύ χαριτωμένη, αλλά για γυναίκα είχε πολύ δυνατή προσωπικότητα». Ήταν μια γυναίκα γεννημένη σε λάθος εποχή. Μια συγγραφέας μπροστά από την εποχή της. Όλα αυτά φυσικά αντικατοπτρίζονται στη λογοτεχνία της, μια λογοτεχνία που σε τυλίγει γλυκά, αλλά σφιχτά. Τα έργα της, τόσο ομιχλώδη, τόσο δεξιοτεχνικά, είναι γραμμένα σαν από μια μάγισσα της τέχνης του λόγου.
Τι θεματολογία επιλέγει για τα έργα της; Τι την απασχολεί και ποια φλόγα σιγοκαίει στα μύχια της ψυχής της;
Τα έργα της συγκαταλέγονται στη λογοτεχνία του φανταστικού. Με το καμουφλάζ του υπερφυσικού δίνει φωνή στις φιμωμένες επιθυμίες και στην οδύνη των γυναικών. Γίνεται έτσι, αν όχι η πρώτη, από τις πρώτες Λατινοαμερικάνες συγγραφείς που μιλούν ανοιχτά για την κατάσταση της γυναίκας μέσα στο αξιακό σύστημα των αντρών, κατακρίνοντας την πατριαρχική κοινωνία. Βασικά θέματά της είναι η γυναικεία φύση, η θέση της γυναίκας, το δίπολο άντρας-γυναίκα, ο έρωτας, η μοναξιά, η μητρότητα, ο θάνατος, το μυστήριο ως βασικό συστατικό της ζωής και του θανάτου. Ο φεμινισμός της είναι ιδιότυπος, πιο πολύ προσωπικός και ηθικός, παρά πολιτικός και κοινωνικός, και αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά του έργου της. Με τη μαγική της πένα– μην ξεχνάμε ότι η Μπομπάλ θεωρείται πρόδρομος του μαγικού ρεαλισμού στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία– διεισδύει στον γυναικείο κόσμο, στον μυχό των συναισθημάτων τους. Πρωτοστατεί φέρνοντας τη γυναίκα σε πρώτο πλάνο, την πραγματική γυναίκα, όχι τη γυναίκα-μούσα της ανδρικής λογοτεχνίας. Επίσης, είναι η πρώτη Λατινοαμερικάνα συγγραφέας που μιλά για τη γυναικεία ερωτική επιθυμία και τολμά να περιγράψει τη σεξουαλική πράξη, δημιουργώντας μια νέα λογοτεχνική τοπογραφία του έρωτα. Η ίδια ξεκαθάριζε, ωστόσο, ότι δεν είναι φεμινίστρια. Η ζωή της και οι πρωταγωνίστριές της περιστρέφονται γύρω από έναν άντρα. Ο άντρας και ο έρωτας είναι ο άξονάς τους. Πράγματι, ένα πράγμα που την καίει να διερευνήσει στα πεζογραφήματά της, έχοντας σημαδευτεί η ίδια από μεγάλες ερωτικές απογοητεύσεις, είναι το ερωτικό συναίσθημα και, εντέλει, το πόσο διαφορετικά αγαπά η γυναίκα από τον άντρα, αλλά και πόσο διαφορετική είναι η κοσμοθεωρία τους. Τέλος, ένα άλλο θέμα που πραγματεύεται είναι η θρησκευτική πίστη. Να σημειωθεί ότι η χιλιανή κοινωνία στην εποχή της ήταν βαθιά θρησκευόμενη, το ίδιο και η οικογένειά της. Η Μπομπάλ και οι αδελφές της πήγαν εσωτερικές σε αυστηρό καθολικό σχολείο. Εντούτοις, από νεαρή ηλικία παλεύει να απομακρυνθεί από τη θρησκεία, που της έχει επιβληθεί πιεστικά. Η ίδια έλεγε ότι έχασε τον Θεό πολύ νωρίς, καθώς η νοημοσύνη της δεν της επέτρεπε να αποδεχτεί τα δόγματα που επέβαλαν οι ιερείς. Ωστόσο, είναι ένα θέμα που την απασχολεί και αυτή η ενοχική πάλη είναι παρούσα στα βιβλία της.
Ποιος ο ρόλος της στα ισπανόφωνα γράμματα; Ο Μπόρχες, ο Φουέντες και ο Ρούλφο αναφέρονται σε αυτήν με εγκωμιαστικά σχόλια!
«Είναι η μητέρα όλων μας», έλεγε για την Μπομπάλ ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στους μεγάλους Ισπανοαμερικανούς συγγραφείς της εποχής του. Και ο Χουάν Ρούλφο μιλούσε για το πόσο καθοριστική ήταν η επίδραση του «Οι αναμνήσεις μιας νεκρής» στη συγγραφή του «Πέδρο Πάραμο». Η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ ήταν μια πρωτοπόρος συγγραφέας, που είχε αναστατώσει το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής. Ανανεώνει τη θεματολογία, εισάγει νέες αφηγηματικές τεχνικές, αλλάζει ως και το «φορμάτ» του μυθιστορήματος, γράφοντας μικρής έκτασης βιβλία (όπως θα έκανε αργότερα και ο Χουάν Ρούλφο). Πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι στο έργο της βρίσκουμε τα σπέρματα του μαγικού ρεαλισμού. Στον ρεαλισμό της ανδροκρατούμενης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας η Μπομπάλ ανταπαντά με το φανταστικό στοιχείο, και οι ιστορίες της ακροβατούν με μαεστρία μεταξύ ρεαλισμού και φανταστικού, επηρεάζοντας, μεταξύ άλλων, τον Μπόρχες, ο οποίος ήταν στενός της φίλος. Να σημειώσουμε, ότι το υπερφυσικό στοιχείο στο έργο της συνομιλεί με τον εσωτερικό κόσμο και αποτελεί έκφανση του υποσυνείδητου και του συλλογικού ασυνείδητου. Ωστόσο, να ξεκαθαρίσουμε ότι το έργο της δεν είναι σουρεαλιστικό, δεν έχει να κάνει με τον αυτοματισμό, δεν επιδιώκει τον ριζοσπαστισμό, δεν αποσκοπεί στο να σοκάρει. Η ίδια τόνιζε ότι δεν είχε επηρεαστεί από τους σύγχρονούς της σουρεαλιστές. Επίσης καινοτομεί, όπως είπαμε, στους αφηγηματικούς τρόπους. Έρχεται, για παράδειγμα, σε ρήξη με τη γραμμική και εστιασμένη αφήγηση που συναντούμε εκείνη την εποχή στην πεζογραφία, δημιουργώντας απότομες τομές στον χρόνο και ένα σύνθετο σύστημα οπτικών, θυμίζοντας κινηματογραφικό μοντάζ. Και φυσικά εξερευνά τη γυναικεία συνθήκη, εισάγοντας τη γυναικεία ευαισθησία στη χιλιανή λογοτεχνία. Η Μπομπάλ θεωρείται πλέον από τις μεγαλύτερες συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής και το έργο της διδάσκεται ακόμα και στα σχολεία της χώρας της. Κι όμως, όσο ζούσε ήταν παραγνωρισμένη από την ανδροκρατούμενη «ελίτ» των ακαδημαϊκών κύκλων. Πέθανε πικραμένη, περιμένοντας μάταια το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, για το οποίο ήταν υποψήφια πέντε φορές.
Τι θα διαβάσουμε στη συλλογή με τα δύο έργα Τα νέα νησιά & Το μυστικό που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα σε δική σου -εξαιρετική- μετάφραση και με έναν πλούσιο και πολύ κατατοπιστικό επίμετρο για την ζωή και το έργο της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ;
Σε αυτό το βιβλίο θα διαβάσουμε τη νουβέλα «Τα νέα νησιά» με πρόλογο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες και το διήγημα «Το μυστικό». Δύο έργα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους ως προς το θέμα, ωστόσο, όπως θα διαπιστώσετε, είναι γραμμένα από την ίδια ευαισθησία και φαντασία. Δύο ιστορίες παράξενες, ανοίκιες και οικίες μαζί. Η πρώτη, φαινομενικά μια ιστορία μυστηρίου, η δεύτερη, φαινομενικά μια πειρατική ιστορία.
Τα Νέα νησιά (1939) είναι ένα έργο που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε σήμερα ως οικοφεμινιστικό. Τέσσερα νέα νησιά αναδύονται στους υδρότοπους της αργεντίνικης πάμπας μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κυνηγών. Στο κοντινό αγρόκτημα «Λα Αταλάγια», η μυστηριώδης πρωταγωνίστρια Γιολάντα παλεύει με τα όνειρα: «Η Γιολάντα ξανακλείνει τα μάτια και απαλά, με αμέριστη προσοχή, πλαγιάζει στα μαξιλάρια, πάνω στον αριστερό ώμο, πάνω στην καρδιά. Αποπνίγεται, ξεφυσά και βυθίζεται και πάλι σε ταραγμένα όνειρα. Όνειρα από τα οποία απαλλάσσεται κάθε πρωί, ωχρή, εξουθενωμένη, σαν να πάλευε ολονυχτίς με την αϋπνία.»
Τι είναι τα Νέα Νησιά; Ποια η σχέση τους με τη Γιολάντα; Ποιο μυστικό κρύβει; Τα Νέα Νησιά διαδραματίζονται σε ένα περιβάλλον άγριο, ψυχοτρόπο, ένα περιβάλλον με τους δικούς του όρους και κανόνες, με ρόλο πρωταγωνιστικό στην ιστορία μας. Φαινομενικά πρόκειται για μια νουβέλα φαντασίας, στην πραγματικότητα όμως τα θέματά της δεν είναι διόλου εξωπραγματικά. Η Μπομπάλ μάς μιλά για την ασυμβατότητα των δύο φύλων, τον τρόπο που προσεγγίζουν τον κόσμο και τη Φύση, τη σύνδεση με τη Γη, για τη μοναξιά της διαφορετικότητας, για τον έρωτα, τον θάνατο. Η νουβέλα της είναι μια απάντηση στα αντρικά μυθιστορήματα-έπη της εποχής της, που εγκωμίαζαν τις αντρικές αρετές, την αρρενωπότητα, τη μάχη, την εργασία, το κυνήγι, τον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις της φύσης. Η Μπομπάλ καταγγέλλει εδώ τον άντρα ως κατακτητή της γυναίκας και της Φύσης, αρνείται την αλληλοσυμπλήρωση των δύο φύλων μέσω του γάμου και της μητρότητας, εξερευνά την πολυπλοκότητα της επιθυμίας, την αινιγματική φύση των ανθρώπινων σχέσεων.
Το Μυστικό (1944) είναι ένα διήγημα εκ πρώτης όψεως πειρατικό, μα στην ουσία υπαρξιακό. Βλέπουμε λοιπόν ότι στα έργα της Μπομπάλ τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, τα πεζά της βαδίζουν πάντα στο τεντωμένο σχοινί του διφορούμενου, ακροβατούν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, μυστηρίου και λογικής. Το πανέμορφο αυτό διήγημα είναι γραμμένο με εκπληκτική μαεστρία. Να τονίσουμε εδώ ότι η Μπομπάλ ήταν μανιώδης με την τεχνική στα γραπτά της. Το Μυστικό διαφοροποιείται από τη θεματολογία της και το δίπολο άντρας-γυναίκα. Πρόκειται για μια θαλασσινή ιστορία, με όλη τη σαγήνη που ασκούν πάνω μας οι πειρατές. Μέσα από ένα παιχνίδι αντιθέτων και αντιστροφών μάς μιλά για τον θάνατο, για τη στέρηση των παραδείσων μας, για τους αντιήρωες. Είναι ένα διήγημα καθηλωτικό.
Δεν θέλω να μαρτυρήσω περισσότερα και αφήνω τον αναγνώστη να ψηλαφίσει μόνος του τις υπέροχες αυτές ιστορίες. Μια σημαντική συμβουλή: επειδή το επίμετρο ξεκλειδώνει πολλά από τα μυστικά τους, καλό θα ήταν να μην μπει κανείς στον πειρασμό να το διαβάσει πρώτο.
Τι δυσκολίες και τι προκλήσεις περιλαμβάνει η μετάφραση της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ;
Η επιλογή των λέξεων πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μεταφερθεί στη γλώσσα μας η ποιητικότητα της πρόζας της, η ομιχλώδης ατμόσφαιρά της, να μην απογυμνωθεί από τα πέπλα μυστηρίου.
Μια δυσκολία είναι η ρευστότητα της αφήγησης, τόσο χαρακτηριστική της συγγραφέως. Η υδάτινη αφήγηση είναι σκόπιμη, συνδέεται με το θέμα της και το στοιχείο του νερού, με τη γυναικεία φύση, και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει τη ζωή. Έχουμε αφηγηματικές ασυνέχειες, ρευστή χρονικά αφήγηση, μια γενικότερη ασάφεια στα όρια, όπως στα όρια ρεαλισμού-υπερφυσικού. Ενίοτε δεν είναι σαφές ποιος είναι ο ομιλητής. Υπάρχει, εν γένει, μια ιδιότυπη, αλλά μελετημένη οργάνωση. Η Μπομπάλ, όποτε αναφερόταν στον τρόπο γραφής της, μιλούσε για Γεωμετρία και για την οργάνωση των γραπτών της γύρω από έναν άξονα λογικής και μοτίβων συμμετρίας. Επομένως, ο μεταφραστής πρέπει να είναι προσεχτικός ώστε να διακρίνει, μέσα από το χάος της ρευστότητας και της ασάφειας, την αυστηρή δομή και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, υπάρχει ένα παράδοξο. Ενώ τα δύο αυτά έργα διαβάζονται εύκολα, ανοίγεται συνεχώς μπροστά μας μια βεντάλια νοημάτων. Τα πυκνά κείμενά της είναι γεμάτα σύμβολα και ως εκ τούτου είναι ερμητικά. Χρειάστηκε πολλή έρευνα στη βιβλιογραφία για να αποκρυπτογραφήσω τους συμβολισμούς της. Φυσικά, ο κάθε αναγνώστης μπορεί να δώσει τις δικές του ερμηνείες, είναι κι αυτό μέρος της ρευστότητας των έργων της.
συνέντευξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Δεκέμβρης 2025
Παρακάτω μια παλαιότερη συνέντευξη με την Άννα Βερροιοπούλου για την Μαρία Αλουίσα Μπομπάλ.
Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής
Μαρία Λουίσα Μπομπάλ
εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ
συνάντηση με την
Άννα Βερροιοπούλου
Ποια είναι η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ;
Η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ (1910-1980) δεν είναι ένα από τα φανταχτερά ονόματα της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το όνομά της δεν έχει πολυακουστεί έξω από τα σύνορα της Αμερικανικής ηπείρου και πρώτη φορά μεταφράζεται στην Ελλάδα. Κι όμως είναι μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φιγούρες της Λατινικής Αμερικής του περασμένου αιώνα. Η Μπομπάλ ήταν μια γυναίκα πέρα από τις συμβάσεις της εποχής της, τόσο ως συγγραφέας, όσο και ως άνθρωπος, δηλαδή όπως λέμε «δεν καθόταν στ΄ αυγά της». Όσο η μητέρα της προσπαθούσε να την καλοπαντρέψει, όπως ήταν η μοίρα κάθε νέας κοπέλας των αρχών του αιώνα, η ατίθαση Μπομπάλ τα έκανε όλα διαφορετικά, δημιουργώντας συχνά σκάνδαλα με αρνητικές συνέπειες στη ζωή της και στην αποδοχή του έργου της: κυκλοφορούσε στους ανδροκρατούμενους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής, παντρεύτηκε προσχηματικά τον ομοφυλόφιλο ζωγράφο Χόρχε Λάρκο και όταν χωρίσανε κουβαλούσε το ανεξίτηλο στίγμα της «διαζευγμένης», πυροβόλησε τον πρώτο της μεγάλο έρωτα πολλά χρόνια μετά αφού την εγκατέλειψε. Ωστόσο, αυτό που προκάλεσε ίσως περισσότερο το κοινό ηθικό αίσθημα ήταν το γεγονός ότι ήταν γυναίκα συγγραφέας και, πρωτοφανές!, με θέματα φεμινιστικά και ερωτικά. Αποδιωγμένη, αναγκάστηκε το 1944 να πάει να ζήσει στις ΗΠΑ, περνώντας δύσκολα οικονομικά και ψυχολογικά, αλλά απολαμβάνοντας εκεί μεγάλη αναγνώριση του έργου της.
Το πρωτοπόρο έργο της, όπως ακριβώς και η ίδια της η ζωή, συνοψίζεται ίσως στην αγαπημένη της φράση του Πασκάλ: «Γεωμετρία-Πάθος-Ποίηση». Προκάλεσε το θαυμασμό μεγάλων συγγραφέων της εποχής της, όπως του Πάμπλο Νερούδα και του Μπόρχες (του Τζόρτζι όπως τον έλεγε) με τους οποίους ήταν καλή φίλη. Μάλιστα το πρώτο της μυθιστόρημα το έγραψε στο τραπέζι της κουζίνας του Νερούδα.
Όσον αφορά τα πρώτα της χρόνια, ας αφήσουμε καλύτερα να μας διηγηθεί λίγα πράγματα η ίδια η συγγραφέας, όπως άλλωστε κάνει και η νεκρή πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα «Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής»:
«Γεννήθηκα στη Χιλή στις 8 Ιουνίου το 1910. Από την πλευρά της μητέρας μου έχω γερμανική καταγωγή, ενώ η οικογένεια του πατέρα μου, οι Μπομπάλ, έφτασαν στη Χιλή διαφεύγοντας από τη δικτατορία του Ρόσας. Η μητέρα μου συνήθιζε να διαβάζει σ’ εμένα και τις αδελφές μου παραμύθια του Άντερσεν και των Γκριμ που μας τα μετέφραζε επιτόπου από τα γερμανικά. Έτσι από μικρές γαλουχηθήκαμε με τη γερμανική και βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα περισσότερο από τη χιλιανή. Μετά το θάνατο του πατέρα μου, στα εννιά μου χρόνια, φύγαμε για το Παρίσι, όπου μπήκα εσωτερική σε ένα αυστηρότατο καθολικό κολλέγιο. Στο λύκειο διάβαζα πολύ Πασκάλ, που ήταν τόσο λογικός, γιατί κι εγώ μικρή, φαντάσου, ήμουν πολύ λογική. Επίσης Μποντλέρ και Βαλερύ τούς οποίους δεν έπαψα ποτέ να διαβάζω, αχ αυτή η μουσική τους, πόσο με ανακουφίζει! … Στη Σορβόννη έγραψα ένα μυστηριώδες διήγημα που πήρε το πρώτο βραβείο. «Μα γιατί γράφετε με τόση τραγικότητα;» με ρώτησαν όταν μου το παρέδιδαν, εγώ δεν απάντησα, αλλά φαντάστηκα μια πρόβλεψη για το ποια θα ήμουν στο μέλλον. Όταν είναι κανείς νέος ελκύεται από το τραγικό, τώρα πια θέλω να το κρατάω σε απόσταση, αλλά να που πάντα με συνοδεύει αυτή η απέραντη θλίψη»[1].
Ποια η θεματολογία που επιλέγει και σε ποια εποχή γράφει τα έργα της;
Έχει λεχθεί για την Μπομπάλ ότι είναι η συγγραφέας που αναζητά το μυστικό του υποσυνείδητου. Τα θέματα της είναι ο γυναικείος συναισθηματικός κόσμος, ο ασφυχτικός ρόλος της γυναίκας, ο έρωτας, ο θάνατος, ο θεός, ενώ πάντοτε κυριαρχεί στα γραπτά της το φανταστικό στοιχείο. Η γραφή της ακροβατεί μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, λογικής και πάθους, και θεωρείται η πρόδρομος, η κρυφή μητέρα του μαγικού ρεαλισμού. Παρόλο που την εποχή που ξεκινά να γράφει (Το μυθιστόρημα “Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής” γράφτηκε το 1938) ο σουρεαλισμός είναι σε άνθιση, το “σουρεαλιστικό” στοιχείο στο έργο της πηγάζει από τελείως διαφορετικές κρήνες. Όπως είδαμε, μεγάλωσε με τα βορειοευρωπαϊκά παραμύθια, η ατμόσφαιρα των οποίων μπόλιασε το φαντασιακό της με το ζοφερό και το μυστηριώδες. Το «μαγικό» στοιχείο το χρησιμοποίησε ως εργαλείο, ως νυστέρι τόσο για να διεισδύσει στο γυναικείο υποσυνείδητο και να ανασύρει αλήθειες, όσο για να προσεγγίσει θέματα όπως ο θάνατος. Σύμφωνα με την Μπομπάλ η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής της με τον στεγνό ρεαλισμό της είχε χάσει την επαφή με το μυστήριο, με τον θάνατο, με τις αρχέγονες ρίζες και τον χαμένο παράδεισο. Η τραγωδία των πρωταγωνιστών της είναι ότι βρίσκονται ακινητοποιημένοι σε ένα πατριαρχικό σύστημα που επιτρέπει μόνο στιγμιαίες ανάσες. Παρόλο που δε δήλωνε φεμινίστρια, το έργο της είναι προ-φεμινιστικό, γραμμένο σε μια εποχή και μια χώρα παντελώς ανδροκρατούμενη, όπου δεν υπήρχε χώρος για μια γυναίκα συγγραφέα, πόσο μάλιστα για μια συγγραφέα που μίλησε με τόλμη για τη γυναικεία πραγματικότητα.
Τι ρόλο διαδραμάτισε στα ισπανικά (ισπανόφωνα) γράμματα, αλλά και όχι μόνο; Ο Μπόρχες και ο Φουέντες αναφέρονται σε αυτήν με εγκωμιαστικά λόγια.
Αν και το έργο της είναι σύντομο, ο ρόλος της στα ισπανικά γράμματα είναι πολύ μεγάλος. Ο Κάρλος Φουέντες τη θεωρούσε “τη μητέρα των λατινοαμερικάνων συγγραφέων της εποχής του”. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η Μπομπάλ φύτεψε το σπόρο του μαγικού ρεαλισμού, ένα λογοτεχνικό κίνημα που επικράτησε εν συνεχεία στη Λατινική Αμερική και κατάκτησε τον κόσμο ολόκληρο με συγγραφείς όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ή αργότερα η συμπατριώτισσά της Ιζαμπέλ Αλιέντε. Αυτό το πάντρεμα ρεαλισμού-φανταστικού το συναντάμε φυσικά και στο “Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής”, όπου μια νεκρή γυναίκα μάς εξιστορεί τη ζωή της. Ο Χουάν Ρούλφο είχε πει ότι το μυθιστόρημα αυτό τον σημάδευσε και ότι αδιαμφισβήτητα χρωστά το αριστούργημά του “Πέδρο Πάραμο” στο βιβλίο της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ, όπως και την ιδέα των νεκρών που μας μιλούν και εξακολουθούν να υπάρχουν στον κόσμο των ζωντανών.
Πολύ ενδιαφέρον είναι επίσης ότι το φανταστικό στοιχείο στο έργο της επηρέασε τον Μπόρχες με τον οποίο ήταν στενοί φίλοι και συζητούσαν τα γραπτά τους. Όταν η Μπομπάλ έγραψε τα δυο της μυθιστορήματα, ο Μπόρχες μόλις είχε ξεκινήσει τα πεζά του και σύμφωνα με τους μελετητές του έργου της η Μπομπάλ συνέβαλε στο φανταστικό στοιχείο που συναντάμε σε συγγραφείς της Αργεντινής, όπως ο Μπόρχες και ο Κασάρες.
Τα έργα της θεωρούνται σήμερα από τα πλέον αξιόλογα της ισπανοαμερικανικής λογοτεχνίας. Δυστυχώς, όμως, όταν στα εξήντα της χρόνια επέστρεψε μόνιμα στη Χιλή από την αυτοεξορία της στις ΗΠΑ, δεν έγινε αποδεκτή στους λογοτεχνικούς και κοινωνικούς κύκλους, τόσο εξαιτίας της «μεμπτής» συμπεριφοράς της, όσο για τη «θρασύτητα» της λογοτεχνίας της που έδινε φωνή στον γυναικείο ερωτισμό. Πέθανε πικραμένη, περιμένοντας ματαίως το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, για το οποίο ήταν πέντε φορές υποψήφια και παρότι πολλοί συγγραφείς επέμεναν τότε να απονεμηθεί το βραβείο στην Μπομπάλ.
Πείτε μας δυο λόγια για τις Αναμνήσεις μιας Νεκρής αλλά και το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο που την περιβάλλει; Που έγκειται η σπουδαιότητα του έργου και πόσο επίκαιρο είναι;
«Οι Αναμνήσεις μιας Νεκρής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Απόπειρα, είναι ένα σύντομο μυθιστόρημα που χωρά να κλείσει μέσα του μια ολόκληρη ζωή. Η γραφή του είναι αριστοτεχνική και καταλαβαίνουμε γιατί ο Μπόρχες θαύμαζε τη συγγραφέα και είχε εκθειάσει το βιβλίο αυτό. Διάβασα πρόσφατα σε ένα άρθρο πως το μυθιστόρημά της αυτό θεωρείται το πιο πολυκλεμμένο βιβλίο από ιδιωτικές βιβλιοθήκες! Φαντάζομαι βέβαια στη Λατινική Αμερική. Η υπόθεση είναι η εξής: μια νεκρή γυναίκα μάς εξιστορεί τη ζωή της, καθώς συγγενείς και φίλοι έρχονται ένας ένας δίπλα της για να την ξενυχτίσουν. Ο πρωτότυπος τίτλος, La Amortjada, η Σαβανωμένη, αναφέρεται στη γυναίκα που ασφυκτιά μέσα στο σάβανο της πατριαρχίας από το οποίο απελευθερώνεται σιγά σιγά με το θάνατό της.
Η μέρα καίει ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα.
«Πάμε».
«Όχι».
Εξουθενωμένη, λαχταρά να απαλλαγεί από το τελευταίο κομμάτι της συνείδησης που την κρατά δεμένη με τη ζωή, για να αφεθεί επιτέλους να μεταφερθεί προς τα πίσω, μέχρι τη βαθιά, φιλόξενη άβυσσο που νιώθει εκεί κάτω.
Όταν εκμυστηρεύτηκε στον Μπόρχες την ιδέα της, αυτός την απέτρεψε λέγοντάς της ότι είναι αδύνατον να συνδυάσει το υπερφυσικό με το ρεαλιστικό στοιχείο. Φυσικά η Μπομπάλ δεν τον άκουσε και έγραψε αυτό το μικρό αριστούργημα. Πρώτος πρώτος διάβασε το χειρόγραφο ο Μπόρχες, ο οποίος «της έβγαλε το καπέλο». Το βιβλίο αυτό ήρθε για να σπάσει τις λογοτεχνικές παραδόσεις της εποχής. Δεν θα αναφερθώ εδώ στις πάμπολλες καινοτομίες του, μιας και αναφέρονται αναλυτικά στο επίμετρο του βιβλίου. Να πω μόνο ότι στο έργο της δε βρίσκουμε μόνο τα σπέρματα του μαγικού ρεαλισμού, όπως αναφέρθηκε, αλλά περιγράφεται για πρώτη φορά στη Λατινική Αμερική από μια γυναίκα συγγραφέα η ερωτική πράξη, γεγονός φυσικά που σκανδάλισε. Η Μπομπάλ στο βιβλίο της δίνει φωνή σε μια νεκρή, στη φιμωμένη γυναίκα της πατριαρχικής κοινωνίας, στην ερωτική της επιθυμία, στη γυναίκα συγγραφέα· εν ολίγοις η Μπομπάλ δίνει φωνή στη σιωπή.
Τι δυσκολίες και τι προκλήσεις περιλαμβάνει η μετάφραση ενός τέτοιου εμβληματικού έργου;
Την επιθυμία να μεταφράσω την Μπομπάλ στα ελληνικά και να τη συστήσω στο ελληνικό κοινό την κουβαλώ εδώ και χρόνια. Είχα τη χαρά να έχω τη θερμή υποστήριξη της πρέσβειρας της Χιλής που αγκάλιασε την ιδέα αυτή, αλλά και την εξ αποστάσεως βοήθεια μιας καλής φίλης της Μπομπάλ και μελετήτριας του έργου της, της Λουσία Γκέρα. Ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα όμορφο σχόλιο της τελευταίας, που συνοψίζει τις προκλήσεις της παρούσας μετάφρασης. Όταν της έστειλα το βιβλίο στη Χιλή μου έγραψε: «Άνοιξα την πρώτη σελίδα και παρόλο που δεν ξέρω ελληνικά, εγώ κάθισα και τη διάβασα κι ένιωσα να με κατακλύζουν οι ποιητικές εικόνες της Μπομπάλ, που είναι τόσο δύσκολο να μεταφραστούν.». Μπορεί τα λόγια της να ήταν απλώς ένα ευγενικό κομπλιμέντο, αλλά με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι η μεγάλη δυσκολία του κειμένου έγκειται στο έντονα ποιητικό συναίσθημά του, το οποίο όμως εμένα μου βγήκε μάλλον πηγαία, ποιος ξέρει, ίσως να ταυτίστηκα κάπου μ΄ αυτό. Εκείνο που με δυσκόλεψε ιδιαίτερα ήταν η πολυπλοκότητα της δομής, όπως για παράδειγμα οι διαφορετικοί αφηγητές, οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, δηλαδή η αφήγηση μες στην αφήγηση χωρίς να είναι πάντοτε διακριτά τα όριά τους, η σκόπιμη αφηγηματική ασυνέχεια της Μπομπάλ που δίνει μια χαρακτηριστική ρευστότητα στα γραπτά της και που αντικατοπτρίζει τη ζωή και τη γυναικεία φύση. Όλα τα όρια στο μυθιστόρημα είναι ασαφή, τα χρονικά όρια, το όριο μεταξύ ρεαλισμού-υπερφυσικού, ακόμα και των αφηγητών. Έχουμε, για παράδειγμα, παραγράφους όπου μια αφηγήτρια μάς διηγείται σε τρίτο πρόσωπο τη ζωή της πρωταγωνίστριας και ξάφνου μιλά σε πρώτο πρόσωπο, ταυτισμένη συναισθηματικά με την ηρωίδα. Όπως και να ‘χει, χρειάστηκε να δουλέψω για καιρό το κείμενο, είναι τεράστια ευθύνη να γνωρίζει για πρώτη φορά το αναγνωστικό κοινό έναν συγγραφέα από τη μετάφρασή σου. Με την Μπομπάλ ένιωθα και ένα πρόσθετο χρέος ως γυναίκα συγγραφέα …. Βέβαια μας έπιασε ο κορωνοϊός και το βιβλίο βγήκε μετά το lock down με τις δυσκολίες που όλοι αντιμετωπίσαμε, αλλά απ΄ ό,τι ακούω έχει αρχίσει να αγαπιέται. Μακάρι να είναι έτσι. Θέλω να κλείσω ευχαριστώντας το Extreme Ways και τον Βαγγέλη Μπουμπάκη για την ευκαιρία που μου δόθηκε να μιλήσω για αυτήν τη συγγραφέα που πάντα εκτιμούσα, αλλά που αγάπησα ιδιαίτερα μέσα από τη διαδικασία της μετάφρασης του έργου της.
———————————
[1] Από σειρά συνεντεύξεων της συγγραφέως που ηχογραφήθηκαν το 1979 (Bombal, M. L., «Testimonio Autobiográfico, en Obras completas», τμ. 2, ed. Zig-zag, (Χιλή) 2005
συνέντευξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Οκτώβρης 2020
Η Άννα Βερροιοπούλου έχει γεννηθεί στην Αθήνα και έχει πανεπιστημιακές σπουδές στην Θαλάσσια Βιολογία και στην Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμό. Έχει ασχοληθεί με την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και εργάστηκε ένα διάστημα στην Ισπανία σε οικολογική οργάνωση. Τα τελευταία δέκα χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με τη λογοτεχνική μετάφραση και με σεμινάρια σχετικά με την ισπανόφωνη λογοτεχνία.
Έχει δημοσιεύσει το παραμύθι Λίλυ και Λούσυ, και το μυθιστόρημα Δαβίδ Απόπειρα 2020.
Έχει μεταφράσει τη Μικρή ποιητική ανθολογία του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Απόπειρα, 2011), τους Αυτόχειρες και Σάμα του Αντόνιο Ντι Μπενεντέττο (Απόπειρα, 2014, Καστανιώτης 2018), την Ονειροπαγίδα της Άνα Μαρία Σούα (Απόπειρα, 2015), τις Αναμνήσεις μιας νεκρής της Μαρία Λουίσα Μπομπάλ (Απόπειρα, 2015), Από τον Ερνέστο στον Τσε του Κάρλος Καλίκα Φερρέρ (Liberia Espanola Νικολόπουλος),Από Μακρυά Μοιάζουν με Μύγες του Κίκε Φερράρι (Καστανιώτης 2019)
Είναι αρθρογράφος στο ispania.gr, συνεργάτρια σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά, σύντομα διηγήματά της έχουν διακριθεί και δημοσιευτεί σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
















