Skip to main content Scroll Top

Η Όπερα της Πεντάρας | Μπέρτολτ Μπρεχτ

opratispentarasmprextkapaekdotikh

Η Όπερα της Πεντάρας

Μπέρτολτ Μπρεχτ

μτφ. Γιώργος Δεπάστας

επίμετρο, Γιάννης Χουβαρδάς

ΚΑΠΑ εκδοτική

 

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ υπήρξε μια από τις πιο ριζοσπαστικές μορφές του ευρωπαϊκού θεάτρου, ένας δημιουργός που δεν είδε ποτέ την τέχνη ως ασφαλές καταφύγιο αισθητικής, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης, ιδεών και κοινωνικής συνείδησης.

Γεννημένος το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας, έζησε σε μια εποχή βαθιάς αναταραχής. Από την κατάρρευση της ευρωπαϊκής αυτοκρατορικής σταθερότητας πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι το χάος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την άνοδο του ναζισμού, την εμπειρία της εξορίας και τις μετέπειτα ιδεολογικές αναμετρήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Η ζωή του σημαδεύτηκε από πολιτική αστάθεια, οικονομική κρίση και κοινωνικές ανακατατάξεις, γεγονότα που επηρέασαν καθοριστικά την κοσμοθεωρία και τη θεατρική του γλώσσα. Ο ίδιος, επηρεασμένος από τον μαρξισμό, έβλεπε την τέχνη όχι ως καθρέφτη της πραγματικότητας αλλά ως εργαλείο για τη μεταμόρφωσή της.

Σε αυτό το πλαίσιο διαμόρφωσε το περίφημο «Επικό θέατρο», ένα είδος που αμφισβητούσε κάθε μορφή ψευδαίσθησης στη σκηνή. Ο Μπρεχτ επιζητούσε να αποστασιοποιήσει τον θεατή, να τον εμποδίσει να ταυτιστεί τυφλά με τους χαρακτήρες και να τον ωθήσει να σκεφτεί κριτικά πάνω σε ό,τι παρακολουθεί. Η αποστασιοποίηση, τα τραγούδια που διακόπτουν τη ροή, οι αφηγηματικές πινακίδες, οι ηθοποιοί που «παρουσιάζουν» τον ρόλο αντί να «βυθίζονται» σε αυτόν, όλα αποτελούσαν εργαλεία μιας θεατρικής γλώσσας που δεν επεδίωκε τη συγκίνηση για τη συγκίνηση, αλλά τη σκέψη, την επίγνωση, την ικανότητα του κοινού να δει τις κοινωνικές δομές πίσω από τις προσωπικές ιστορίες.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα γεννήθηκε και Η Όπερα της Πεντάρας, έργο που έκανε πρεμιέρα το 1928 στο Βερολίνο και αμέσως προκάλεσε αίσθηση. Γραμμένο σε συνεργασία με τον συνθέτη Κουρτ Βάιλ, το έργο αποτελεί μια σύγχρονη, σκληρή και ειρωνική επανερμηνεία της Όπερας του Ζητιάνου του John Gay. Η ιστορία του Μακίθ, του διαβόητου «Μακ ο Μαχαίρας», εκτυλίσσεται σε έναν κόσμο όπου οι εγκληματίες θυμίζουν επιχειρηματίες, οι επιχειρηματίες μοιάζουν με εγκληματίες, και τα όρια της νομιμότητας διαλύονται μέσα σε ένα πλέγμα διαφθοράς, πλεονεξίας και πολιτικής συναλλαγής. Ο Μπρεχτ δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί απλώς τις περιπέτειες ενός παρανόμου· ενδιαφέρεται να δείξει ότι το κοινωνικό σύστημα που τον καταδιώκει λειτουργεί με τους ίδιους μηχανισμούς. Η δύναμη, η επιβίωση και το κέρδος γίνονται το μοναδικό μέτρο αξίας.

Με τρόπο καυστικό, συχνά κωμικό και διαφορετικά αποκαλυπτικό, το έργο παρουσιάζει την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων. Οι χαρακτήρες δρουν με λογική αγοράς. Η πίστη, η αγάπη, η φιλία, ακόμη και η προδοσία, αποκτούν χρηματική ισοδυναμία. Τα τραγούδια του Βάιλ λειτουργούν ως σχόλια και όχι ως συναισθηματικές κορυφώσεις· η μουσική απομακρύνει αντί να εμπλέκει, αποδομώντας την πλοκή και αφήνοντας τον θεατή να δει πίσω από το θέατρο την κοινωνική διάρθρωση. Η τελική ειρωνική «θεία παρέμβαση» που σώζει τον Μακίθ δεν είναι ένα εύκολο φινάλε· είναι μια παρωδία των θεατρικών συμβάσεων, μια υπενθύμιση ότι στο θέατρο –όπως και στην κοινωνία– τα πράγματα συχνά καταλήγουν όπως επιβάλλεται, όχι όπως θα άξιζε.

Η Όπερα της Πεντάρας παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα έργα κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας του 20ού αιώνα. Με χιούμορ, οξύτητα και μουσική ευφυΐα, αποκαλύπτει τους μηχανισμούς της εξουσίας, την υποκρισία της αστικής τάξης και τις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Η συνάφειά του με τη σημερινή εποχή είναι εντυπωσιακή. Η αίσθηση ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι προϊόν διαπραγμάτευσης, ότι η φτώχεια δεν είναι προσωπική αποτυχία αλλά συστημικό αποτέλεσμα, ότι οι θεσμοί υπηρετούν συχνά την επιφάνεια αντί της ουσίας, όλα αυτά παραμένουν οδυνηρά αναγνωρίσιμα.

Ο Μπρεχτ κατάφερε να δημιουργήσει ένα είδος θεάτρου που δεν γερνά. Όχι επειδή το αισθητικό του ύφος παραμένει μοντέρνο, αλλά επειδή οι ερωτήσεις που θέτει παραμένουν αναπάντητες. Το έργο του λειτουργεί σαν καθρέφτης που δεν προσφέρει έναν εξαγνισμένο κόσμο, αλλά έναν κόσμο γυμνό, έναν κόσμο που καλεί τον θεατή να αναλάβει ευθύνη. Και ίσως αυτός να είναι ο βαθύτερος λόγος που εξακολουθεί να εμπνέει. Μας υπενθυμίζει ότι η τέχνη μπορεί να είναι αληθινή τόσο εξαιτίας της ομορφιάς της όσο και εξαιτίας της ανησυχίας που προκαλεί.

 

 

Βαγγέλης Μπουμπάκης
Ηθοποιός

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ