Scroll Top

Πως έγινα Καλόγρια | συζήτηση με την Μαρία Αθανασιάδου

nhjdjdjppprrkalogria

Πως Έγινα Καλόγρια
του Σέσαρ Άιρα
εκδόσεις Carnivora
συζήτηση με την μεταφράστρια
Μαρία Αθανασιάδου

 

Πραγματικά μετά από αυτά που διάβασα στην εισαγωγή του βιβλίου, μου είναι δύσκολο να «ορίσω» την προσωπικότητα του Σέσαρ Άιρα. Κάνε, λοιπόν, μια προσπάθεια να μας συστήσεις έναν από τους πιο παραγωγικούς Αργεντινούς συγγραφείς!

Ο Σέσαρ Άιρα, γεννήθηκε το 1949 στο Κορονέλ Πρίνγκλες και είναι παντρεμένος με μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες ποιήτριες της Αργεντινής, την Λιλιάνα Πόνσε. Από την ηλικία των 18 ετών ζει στη συνοικία Φλόρες του Μπουένος Άιρες, όπου μετακόμισε για να φοιτήσει στη Νομική σχολή. Οι σπουδές του δεν κράτησαν παρά δυο χρόνια, αφού πολύ γρήγορα αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην μεγάλη αγάπη του, το γράψιμο. Αρχικά, ασχολήθηκε με τη μετάφραση για λόγους βιοποριστικούς. Ωστόσο, κατόρθωσε να γίνει ένας πολύ επιτυχημένος μεταφραστής και να αποσπάσει σημαντικά βραβεία για το μεταφραστικό του έργο. Έχει μεταφράσει και επιμεληθεί βιβλία από τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Βραζιλία, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια του Μπουένος Άιρες και του Ροσάριο θέματα γύρω από τη γαλλική λογοτεχνία και είναι τακτικός συνεργάτης της ισπανικής εφημερίδας El país.

Ο ίδιος έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις του ότι η παιδεία του ήταν κατά κύριο λόγο γαλλική. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον σουρεαλισμό που γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στην Αργεντινή τη δεκαετία του ’60, όταν εκείνος ξεκίνησε να γράφει, και θεωρεί καθοριστική για εκείνον την «συνάντησή» του με τη γαλλική λογοτεχνία. Κατονομάζει τον Ρεμπώ ως τον «θεό της νεότητάς» του και τον Λοτρεαμόν (μαζί με τον Μπόρχες) ως τον συγγραφέα της ζωής του. Είναι βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας της Αργεντινής, αλλά το ενδιαφέρον του έχει εστιαστεί επίσης στην αγγλική λογοτεχνία. Άλλωστε, δηλώνει πρωτίστως αναγνώστης και μετά συγγραφέας.

Ο Άιρα είναι ένας άνθρωπος συνεσταλμένος, που μοιάζει να αισθάνεται δυσπιστία απέναντι στους δημοσιογράφους. Πιστεύει πως ό,τι έχει να πει το λέει με τα βιβλία του και μάλιστα παλιότερα απέφευγε τις συνεντεύξεις, τις παρουσιάσεις, τις δημόσιες σχέσεις, μια στάση που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να αλλάζει κάπως, καθώς τον βλέπουμε να ανοίγεται περισσότερο και να παραχωρεί αρκετές συνεντεύξεις. Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την συμπεριφορά του ως εκκεντρική ή ίσως ελιτίστικη. Εκείνος δεν αποκρούει αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό, δηλώνοντας ότι δεν φοβάται την λέξη ελίτ, και την θεωρεί θετική στο βαθμό που αφορά στον κόσμο που διαθέτει παιδεία, που διαβάζει βιβλία και έχει μια διανοητική κομψότητα. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος πιστεύει ότι το έργο του δεν έχει κοινό, αλλά μόνο αναγνώστες που ψάχνονται, φαίνεται ότι τα βιβλία του έχουν καταφέρει να προσελκύουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών παγκοσμίως και απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι έχουν μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες και σημειώνουν εκδοτική επιτυχία στις περισσότερες χώρες του κόσμου, έχοντας αποσπάσει πλήθος βραβείων.

Ο Άιρα είναι ένας συγγραφέας που αναζητά πάντα το καινούργιο, ανατρέποντας τις καθιερωμένες φόρμες. Η διαδικασία της γραφής γι’ αυτόν είναι μια ιεροτελεστία. Προτιμά τα συμβατικά μέσα του στυλό και του χαρτιού, και αγαπάει να εργάζεται σε ήσυχα καφέ της πόλης και όχι σε κάποιο «αποστειρωμένο» γραφείο σε συνθήκες απομόνωσης. Δεν αγαπάει τις μεγάλες πολύπλοκες ιστορίες. Θέλει κάθε του ιστορία να αποτελεί από μόνη της ένα βιβλίο. Έτσι, τα βιβλία του τις περισσότερες φορές δεν ξεπερνούν τις 200 σελίδες, αλλά και πολλά από αυτά μοιάζουν με μεγάλα διηγήματα που αποτελούνται από 20 με 30 σελίδες. Αυτή του η ιδιαιτερότητα τον ωθεί στο να επιδιώκει να τα εκδίδει μέσω μικρών εκδοτικών οίκων, χωρίς να τον ενοχλεί το γεγονός ότι αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα της ευρείας διανομής και της μεγάλης προβολής. Αυτήν την τελευταία, ίδιον των μεγάλων εκδοτικών οίκων, ο Άιρα τα θεωρεί ένα είδος πορνείας και προτιμά οι αναγνώστες του να αναζητούν τα βιβλία του, να αφιερώνουν χρόνο σ’ αυτό.

Κάποιο δημοσίευμα πριν πολλά χρόνια, χαρακτήριζε τον Άιρα ως έναν συγγραφέα που γράφει χωρίς να κάνει θόρυβο. Ήταν μια μεγάλη αλήθεια. Ο όποιος θόρυβος γύρω από το όνομά του έχει προκληθεί αποκλειστικά από τα βιβλία του.

Ποια η θεματολογία που επιλέγει στα έργα του, αν και νομίζω με τόσους τίτλους θα είναι αρκετά δύσκολη και περίπλοκη η απάντηση; Μίλησέ μας για τις «ιστορίες ντανταϊστριών νεράιδων» ή για τα «λογοτεχνικά παιχνίδια για ενήλικους»!

Πράγματι, ο Άιρα είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, θα τον χαρακτήριζα συγγραφικό πολυμηχάνημα (που όμως διαθέτει ψυχή, πνεύμα, άποψη). Τα βιβλία του έχουν ξεπεράσει ήδη τα 100 και αυξάνονται, δεδομένου ότι φροντίζει να εκδίδει ένα νέο σχεδόν κάθε έξι μήνες. Η θεματολογία του ποικίλλει, ωστόσο, όλα έχουν ένα κοινό στοιχείο, το οποίο επισήμανε κάποτε πολύ εύστοχα ο Ανταίος Χρυσοστομίδης: «όλα τελειώνουν σε μια αποθέωση του παράλογου, ένα παράλογο ντυμένο με τα ρούχα ενός ρεαλισμού, που ρεαλισμός δεν είναι». Ο ίδιος ο Άιρα έχει αναφερθεί στο έργο του, λέγοντας ότι επιθυμία του είναι να γράψει μυθιστορήματα όπως τα παλιά καλά μυθιστορήματα του Μπαλζάκ και του Ντίκενς, όμως την ίδια ώρα θέλει να είναι και Μαρσέλ Ντυσάν, Στοκχάουζεν ή Γκοντάρ. Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία, που μπορεί να είναι αντιφατικά, αλλά μπορεί και όχι, σύμφωνα με τον ίδιο δημιουργούν αυτό το κάπως παράξενο είδος που συνθέτουν τα μυθιστορήματά του. Σίγουρα, τα αφηγήματά του αποτελούν μια προέκταση της πραγματικότητας εκτός των συμβατικών της ορίων. Εκείνος τα περιγράφει ως «μια φυγή προς τα εμπρός». Έχει γραφτεί για αυτόν ότι η ανάγνωση των βιβλίων του δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι βρίσκεται μέσα σε μια εικόνα, γλιστρώντας από το ένα χρωματικό επίπεδο στο άλλο, μέχρι που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι έχει γλιστρήσει έξω απ’ το κάδρο. Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του έχει πει: «Εμείς οι συγγραφείς δεν χρησιμεύουμε σε τίποτα, δεν θα έπρεπε να μας παίρνουν τόσο στα σοβαρά. Για μένα το σημαντικότερο στον κόσμο της λογοτεχνίας είναι η επινόηση, όχι ο ακτιβισμός. Κι όμως η λογοτεχνία σήμερα αναφέρεται στον πραγματικό κόσμο έτσι ακριβώς όπως αυτός είναι. Οι δικοί μου κόσμοι όμως έχουν να κάνουν με το παιχνίδι, τη φαντασία, την επινόηση νέων συμπάντων, και παρόλο που τα βιβλία μου είναι γεμάτα από περίεργα θέματα και παράξενους χαρακτήρες, εγώ ποτέ δεν προσπάθησα να προσεγγίσω παράξενα θέματα ή να δημιουργήσω παράξενους χαρακτήρες». Είτε το επιδιώκει όμως είτε όχι, ο Άιρα έχει κατορθώσει με τον τρόπο γραφής του να δημιουργήσει το δικό του ιδιαίτερο και απόλυτα προσωπικό αποτύπωμα. «Η κυβιστική του ματιά βλέπει τον κόσμο από κάθε γωνία» είπε κάποτε η Πάτι Σμιθ, και πραγματικά δεν μπορούσε να συνοψίσει κανείς καλύτερα την γραφή του Άιρα. Κάθε βιβλίο του είναι και ένας μοναδικός, πλήρης και αυτάρκης κόσμος που μοιάζει να είναι ο καθημερινός δικός μας κόσμος, όμως κάπου στην πορεία διαπιστώνουμε πως αυτό δεν ισχύει. Πάντα, εκεί που νομίζουμε πως τον έχουμε κατανοήσει, εκείνος μας ξεγλιστρά παίρνοντας έναν άλλο, απροσδόκητο δρόμο. Και η περιπλάνηση στους μπορχεσιανούς λαβυρίνθους του μυαλού και της ψυχής συνεχίζεται σε μια αέναη περιστροφή.

Τι ρόλο (αν μπορούμε να το πούμε αυτό), διαδραματίζει στα γράμματα της χώρας του; Πόσο επιδραστικός είναι δηλαδή στα ισπανόφωνα και όχι μόνο γράμματα!

Ο Σέσαρ Άιρα αναγνωρίζεται εδώ και χρόνια ως ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Αργεντινής. Πολλοί ενθουσιώδεις δε, τον θεωρούν καλύτερο ακόμα και από τον Μπόρχες, που είναι μια μορφή σχεδόν ιερή στην Αργεντινή. Άλλωστε και ο ίδιος ο Άιρα είναι μέγας θαυμαστής του Μπόρχες και εύχεται για τον εαυτό του να σταθεί άξιος συνεχιστής του. Θα πρέπει βέβαια ευθύς εξ’αρχής να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται για μεγέθη συγκρίσιμα. Ωστόσο το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι είναι και οι δύο απολύτως ιδιαίτεροι και γι’αυτό δεν έχουν δημιουργήσει κάποια σχολή. Το βέβαιο είναι πως ο Άιρα, αργά και σιωπηρά, μέσα από το έργο του και μόνο, έχει κατορθώσει σήμερα να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους λογοτέχνες της Αργεντινής, με πολύ μεγάλη αναγνώριση και εκτός των συνόρων της πατρίδας του. Δεν είναι μόνο οι πολλές βραβεύσεις του που το επιβεβαιώνουν αυτό. Ο κοσμοπολιτισμός που χαρακτηρίζει τον κάθε Αργεντινό, που ενώ βιώνει την ιδιαίτερη κουλτούρα της λατινικής Αμερικής έχει πάντα το βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, είναι ένας παράγοντας που πιστεύω δίνει και στον Άιρα τον χαρακτήρα που οι συμπατριώτες του νιώθουν οικείο και οι απανταχού αναγνώστες του αισθάνονται πως μιλά στην ψυχή και τον νου τους. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που τον ξεχωρίζουν, είναι αδιαμφισβήτητα η πηγαία ανάγκη του να προκαλεί. Κάτι που τώρα πια, μετά από τα 100 και πλέον βιβλία του, μπορούμε με αρκετή ασφάλεια να πούμε ότι το κάνει όχι για να δημιουργήσει εντυπώσεις, αλλά για να αφυπνίσει τον αναγνώστη, να τον ξεβολέψει, να τον υποψιάσει, να τον κάνει να αισθανθεί ότι πρέπει να δει τα πράγματα διαφορετικά και να τα σκεφτεί υπό άλλο πρίσμα. Γι’ αυτό και όπως έχει εξηγήσει, φροντίζει να συμπεριλαμβάνει στα βιβλία του στοιχεία που δεν ερμηνεύονται ορθολογικά.

Αλήθεια σε ποιους απευθύνεται ο Σέσαρ Άιρα; Ποιο «κοινό», ή καλύτερα όπως θα ήθελε και ο ίδιος, ποιοι αναγνώστες τον ενδιαφέρουν;

Ο Άιρα δεν επιδίωξε ποτέ να έχει ένα μεγάλο κοινό. Αντίθετα, αναζητά έναν προσωπικό διάλογο με τους αναγνώστες του. Είναι σαφές πλέον ότι δεν επιδιώκει να προσφέρει στο κοινό αυτό που εκείνο ζητά, αλλά να προκαλέσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών του, να τους τραβήξει προς το μέρος του, κάνοντάς τους κοινωνούς στα παράξενα σύμπαντά του. Ελπίζει να διαβάζεται από την ελίτ του αναγνωστικού κοινού, όχι από ένα κοινό που καταναλώνει λογοτεχνία, αλλά από ένα κοινό που «ψάχνεται» και αναζητά το νέο. Θέλει να βρίσκεται εκτός της «εκδοτικής βιομηχανίας», εκτός του συρμού. Και πιστεύω ότι το έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό.

Τι θα διαβάσουμε στο νεοεκδοθέν βιβλίο «ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ ΚΑΛΟΓΡIΑ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Carnivora σε συλλογική μετάφραση (σε αυτό το τελευταίο θα αναφερθούμε παρακάτω);

Το «Πώς έγινα καλόγρια» είναι ένα αφηγηματικό παιχνίδι, όπου ο Σέσαρ Άιρα, βαφτίζοντας τον/ην ήρωα/ηρωίδα με το δικό του ονοματεπώνυμο, μας αφηγείται μια ψευδοαυτοβιογραφία του – μια φανταστική και άκρως σουρεαλιστική ιστορία ενός εξάχρονου παιδιού που οι άλλοι το βλέπουν σαν αγόρι και εκείνο αναφέρεται στον εαυτό του σαν κορίτσι, που θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας μας, αλλά και για ποιο λόγο να είναι αυτός; Άλλωστε ο ίδιος έχει επανειλημμένως ξεκαθαρίσει ότι η δική του ζωή, μια βαρετή ζωή μικροαστού, δεν αποτέλεσε ποτέ θέμα κανενός από τα βιβλία του. Θα μπορούσαμε ακόμα και να το δούμε σαν μια ιστορία για παιδιά που μόνο τέτοια δεν είναι. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία ξετυλίγεται αρχίζοντας από έναν όχι και τόσο ειδυλλιακό περίπατο ενός παιδιού με τον πατέρα του, ένα παγωτό φράουλα που αντί να εξομαλύνει τις τεταμένες σχέσεις γονιού-παιδιού τις εξωθεί στα άκρα και θα γίνει η αιτία μύριων κακών, και μια ανύπαρκτη – γιατί να το κρύψουμε άλλωστε; – καλόγρια. Παρακολουθούμε μια σειρά από επεισόδια που αναφέρονται σε χαρακτηριστικές φάσεις στη ζωή του κεντρικού χαρακτήρα, μέσα από τα οποία επιτυγχάνεται μια χειρουργική θα έλεγε κανείς ανάλυση της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Μια υποδόρια σαρκοφαγική διάθεση διατρέχει όλο το αφήγημα, μια ανεξήγητη ανησυχία, ένας παράξενος φόβος καταλαμβάνει σταδιακά τον αναγνώστη, που μέσα από μια φαινομενικά απλή αφήγηση οδηγείται στις πιο σκοτεινές γωνιές της παιδικής ψυχής, στα πιο περίπλοκα παιχνίδια του παιδικού μυαλού. Η αφήγηση σχηματίζει έναν πλήρη κύκλο, δεδομένου ότι αρχίζει με ένα παγωτό φράουλα, και κλείνει πάλι με αυτό – δεν θα σας πω πώς, αυτό θα πρέπει να το ανακαλύψετε εσείς.

Τι θέλει να πει με αυτό το έργο ο Άιρα; Γιατί βλέπουμε πολλά στοιχεία που θίγονται: στοιχεία ταυτότητας του/της πρωταγωνιστή/τριας, που έχει αρκετά στοιχεία αυτοβιογραφικά, στοιχεία παιδικής κακοποίησης, σύστημα εκπαίδευσης, κοινωνία της Αργεντινής και πολλά πολλά άλλα!

Το τι θέλει να πει με αυτό το βιβλίο του ο Άιρα είναι κάτι που εναπόκειται στον κάθε αναγνώστη να το σκεφτεί και να το ανακαλύψει. Πάντως εμείς, οι 16 μεταφραστές και μεταφράστριες που αναμετρηθήκαμε με το κείμενο, και κάναμε αμέτρητες συζητήσεις γύρω από αυτό, δεν συμφωνήσαμε. Καθένας μας το ερμήνευσε με τον δικό του τρόπο.

Βέβαια, μέσα από μια φαινομενικά απλή ιστορία που αναπτύσσεται με μια επίσης απλή, αλλά όχι εύκολη γραφή, θίγονται πάρα πολλά θέματα: η κοινωνική, πολιτική, οικονομική κατάσταση της Αργεντινής της δεκαετίας του ’80, το εκπαιδευτικό αλλά και το σωφρονιστικό σύστημα, το σύστημα υγείας της χώρας. Με κινηματογραφική γλαφυρότητα μας παρουσιάζεται η ζωή των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων της εποχής, και με σκληρό ρεαλισμό περιγράφονται τα μάλλον σουρεαλιστικά γεγονότα, που παρά την ακρότητά τους μπορούν να είναι και πολύ αληθινά. Μέσα από όλα αυτά, έχουμε μια πρώιμη αναφορά στο θέμα της έμφυλης ταυτότητας (αν και όχι με την έννοια που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, αφού ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο αυτό έχει γραφτεί το 1989), που μπορεί βέβαια και να είναι απλά η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας ενός εξάχρονου παιδιού, μια εξαιρετική ανάλυση της παιδικής ψυχοσύνθεσης, τον προβληματισμό γύρω από το τί από όλα όσα μας περιβάλλουν είναι αληθινό και τί όχι και όλα αυτά άλλοτε με σοβαρότητα, άλλοτε με (μαύρο) χιούμορ, ειρωνεία, πικρία αλλά και παιγνιώδη διάθεση. Μήπως τελικά η ζωή έχει γεύση χαλασμένου παγωτού φράουλα;

Μετά το 2010 και τον Μάριο Βάργκας Λιόσα η Λατινική Αμερική, δεν έχει να επιδείξει κάποιο βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας. Και επειδή πολλή κουβέντα έχει ξεσπάσει τελευταία, πιστεύεις ότι ο Άιρα (που τα τελευταία χρόνια είναι συνεχώς προτεινόμενος) θα άξιζε μια τέτοια διάκριση; Χωρίς αυτό βέβαια να αποτελεί εχέγγυο για την λογοτεχνική του αξία! Το ρωτώ γιατί είσαι ένας άνθρωπος που έχεις καταπιαστεί μεταφραστικά με το έργο πολλών λατινοαμερικάνων συγγραφέων!

Θα αντέστρεφα αυτήν την ερώτηση, διερωτώμενη αν το βραβείο νόμπελ θα άξιζε έναν Άιρα. Φυσικά, αστειεύομαι. Μιλάμε για έναν συγγραφέα που έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες, που έχει ένα ευρύτατο και μάλλον ετερόκλητο κοινό, που έχει προκαλέσει πολλές και πολύ έντονες συζητήσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Πιστεύω ότι η σημαντικότητα ενός συγγραφέα, εκτός των άλλων, αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι μπορεί να έχει φανατικούς υποστηρικτές της αξίας του και φανατικούς πολέμιούς της – όμως όχι κάτι ενδιάμεσο. Και ο Άιρα είναι ένας τέτοιος συγγραφέας. Η Λατινική Αμερική, μετά τον μαγικό ρεαλισμό δεν έτυχε μιας τόσο έντονης προβολής, μολονότι από τότε μέχρι σήμερα υπήρξε και υπάρχει σημαντική παραγωγή, γράφτηκαν εξαιρετικά έργα, ανάμεσα στα οποία και ορισμένα διαμάντια που δεν αναδείχτηκαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα παραμένουν για πολύ ακόμα στην αφάνεια. Ο Άιρα έχει πλέον καταθέσει ένα πολύ μεγάλο δείγμα γραφής και έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να τιμηθεί με το ολυμπιακό μετάλλιο που στο αγώνισμα της λογοτεχνίας είναι το βραβείο Νόμπελ.

Κατά τη δική μου γνώμη πάντως, η πιο όμορφη απόδειξη αναγνώρισης και καταξίωσης είναι η κίνηση που έκανε πριν λίγες μέρες το περιφερειακό Μουσείο Φλόρες, της συνοικίας που έζησε ο Άιρα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του: Γέμισε τους τοίχους της συνοικίας, τις κολώνες, τις στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς, με σελίδες από τα διάφορα βιβλία του, τιμώντας τον ως έναν σημαντικό άνθρωπο, έναν εξαιρετικό συγγραφέα, που έκανε το Φλόρες γνωστό σε όλον τον κόσμο, αλλά και δίνοντας την ευκαιρία στους κατοίκους του να έρθουν ακόμα πιο κοντά στη λογοτεχνική του φωνή.

Τα τελευταία χρόνια με πρωτεργάτες τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Νίκο Πρατσίνη, προκρίνεται σε αρκετά έργα η συλλογική μετάφραση, που συνήθως είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης! Λόγω λοιπόν ότι και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι προϊόν συλλογικής μετάφρασης πες μας δυο λόγια για την όλη διαδικασία! Πως το βίωσες και τι συναισθήματα σου γεννήθηκαν;

Κατ’ αρχήν, θα ήθελα να υπογραμμίσω το πόσο σημαντικό είναι, δύο από τους καλύτερους και πλέον έμπειρους και αναγνωρισμένους Έλληνες μεταφραστές, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Νίκος Πρατσίνης, να οργανώνουν, να συντονίζουν και να προωθούν αυτόν τον συνεργατικό τρόπο μετάφρασης σημαντικών λογοτεχνικών έργων, να αφιερώνουν μεγάλο μέρος από τον πολύτιμο χρόνο τους και να μοιράζονται απλόχερα την βαθιά γνώση και την τεράστια εμπειρία τους με μαθητές, φοιτητές, αρχάριους και μη, ή λιγότερο έμπειρους μεταφραστές. Έχουν επιτύχει με την αφοσίωσή τους σε αυτού του είδους τα εγχειρήματα και με τον ενθουσιασμό με τον οποίο τα περιβάλλουν, να πείσουν εκδότες να εμπιστευτούν έργα συλλογικής μετάφρασης, μπροστά στα οποία ήταν παλιότερα πολύ επιφυλακτικοί, και να προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό κείμενα υψηλής ποιότητας ως προϊόντα δημιουργικής συνεργασίας, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα μήνυμα ενάντια στον ατομικισμό και υπέρ της γόνιμης και αποδοτικής συνεργασίας.

Το πρωτότυπο της περίπτωσης του «Πώς έγινα καλόγρια», προϊόντος συλλογικής μετάφρασης όπως επισήμανες, είναι ότι γεννήθηκε μέσα στη ζοφερή και υπέρ το δέον σουρεαλιστική πραγματικότητα της καραντίνας που βιώσαμε το Μάρτιο του 2020, όταν ο κορωνοϊός που άλλαξε καθοριστικά τη ζωή όλου του πλανήτη ήταν ακόμα ένας άγνωστος και απειλητικός εχθρός που μας επέβαλε έναν πρωτόγνωρο εγκλεισμό. Βιώσαμε τότε μια ατμόσφαιρα που ταίριαζε απόλυτα με το κλειστοφοβικό περιβάλλον που έχει δημιουργήσει ο Άιρα σε αυτό του το βιβλίο. Έτσι, καθώς μονάζαμε κατ’ οίκον, και ανταλλάσσαμε μηνύματα συμπαράστασης και αλληλεγγύης, οδηγηθήκαμε στην ιδέα να διοχετεύσουμε την ενέργειά μας στη μετάφραση αυτού του αφηγήματος.

Το πείραμα ήταν τολμηρό, καθώς η μεταφραστική ομάδα, 16 ατόμων, ήταν πολυπληθής και η δεδομένη αδυναμία της δια ζώσης επικοινωνίας εμπεριείχε τον κίνδυνο εύκολα να οδηγήσει το εγχείρημα στη διάσπαση και την αποδιοργάνωση. Παρόλα αυτά, αυτό που αρχικά μπορεί να φαινόταν δύσκολο αν όχι ανέφικτο, έγινε πραγματικότητα χάρη στην αξιοποίηση των μέσων της τεχνολογίας, αλλά και χάρη στο συντονισμό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Έτσι το διαδικτυακό «νέφος» έγινε για τρεις μήνες το όχημα που μας έφερε κοντά και μας ένωσε κάτω από μια κοινή εικονική στέγη. Μολονότι σαφώς στερηθήκαμε την αμεσότητα της ανθρώπινης επαφής, η οποία βέβαια σε καμία περίπτωση δεν αντικαθίσταται, είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε μια διαφορετικού τύπου μεταφραστική εμπειρία, η οποία αποδείχτηκε αποτελεσματική και ήταν σίγουρα δημιουργική. Η απρόσωπη εικονική πραγματικότητα στην περίπτωσή μας εκμηδένισε τις γεωγραφικές αποστάσεις και μας πρόσφερε ένα πρώτης τάξεως πεδίο συνεργασίας, ζωηρής ανταλλαγής απόψεων, καλώς εννοούμενης αντιπαράθεσης και παραγωγικού διαλόγου. Απόδειξη ότι η παγερή ατμόσφαιρα του κυβερνοχώρου, μπορεί εύκολα να αποκτήσει ψυχή μέσα από την ανθρώπινη σκέψη και παρουσία.

Θα ήθελα με αυτήν την ευκαιρία να επισημάνω το άλλο στοιχείο που τίθεται σε κίνδυνο σε ένα εγχείρημα μετάφρασης όπου συμμετέχουν 16 μεταφραστές: είναι αυτό της γλωσσικής και υφολογικής ομοιογένειας του τελικού μεταφράσματος. Στην περίπτωσή μας αυτό το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με πολλαπλά επίπεδα αναθεώρησης και επιμέλειας του μεταφραστικού αποτελέσματος, το οποίο τελικώς επιμελήθηκε η έμπειρη και εξαιρετική μεταφράστρια και η ίδια, Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Πιστεύουμε ότι ήταν μια διαδικασία που εξασφάλισε τον «διαμπερή» έλεγχο και επεξεργασία του έργου σε όλες τις φάσεις του, και έτσι δόθηκε η δέουσα προσοχή στο να μην προδοθεί η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα. Το αποτέλεσμα είναι εδώ και λίγες εβδομάδες στα ράφια των βιβλιοπωλείων και στην κρίση των αναγνωστών.

Επίτρεψέ μου κλείνοντας να αναφέρω τα μέλη της μεταφραστικής μας ομάδας με αλφαβητική σειρά: Μαρία Αθανασιάδου, Κωνσταντίνα Γερασίμου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Μαρία Καραλή (η οποία δυστυχώς δεν είναι πια μαζί μας), Κανέλλα Λιακοπούλου, Νίκος Μανουσάκης, Αλίκη Μανωλά, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου και Σταύρος Χατζής.

Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω ακόμα μια φορά την Ασπασία Καμπύλη και τις εκδόσεις Carnívora, που με προθυμία, τεράστιο ενδιαφέρον και ιδιαίτερη φροντίδα πρόσφεραν τη φιλόξενη στέγη τους στο σαρκοβόρο κείμενο του Σέσαρ Άιρα, ένα κείμενο που ακροβατεί ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, στο όνειρο και τον ρεαλισμό ταξιδεύοντάς μας από το φως στις πιο σκοτεινές γωνιές του παιδικού μυαλού.

Και ευχαριστώ κι εσένα Βαγγέλη, για τον ενθουσιασμό σου, το ενδιαφέρον σου, την ευγένειά σου και την ιώβεια υπομονή σου!

 

Συνέντευξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Δεκέμβρης 2022

 

Μαρία Αθανασιάδου
Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, του Τμήματος Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού του ΕΑΠ και κάτοχος Master στην Ισπανική και Ισπανοαμερικανική Λογοτεχνία από το Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Είναι δικηγόρος, ισπανίστρια και μεταφράστρια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ