Ο περιπλανώμενος Χιλιανός του Πίνο Κακούτσι

Sepulveda_Jacobin_Italia-990x361+%281%29.jpg (Demo)
Ο περιπλανώμενος Χιλιανός – Il cileno errante

του Πίνο Κακούτσι – di Pino Cacucci 



 
[Σχόλιο της σύνταξης: “Εκείνη τη φορά, μία από τις αναρίθμητες ευκαιρίες να ρουφήξουμε κάνα ποτηράκι μαζί, είχε ήδη πέσει η νύχτα, ήταν ώρα να ανάψουν τα κάρβουνα για το ασάδο, και του έκανα μια τελευταία ερώτηση: μα ποια είναι αυτή η τελική νίκη, Λούτσο;”
 
Ο Πίνο Κακούτσι γράφει το καλύτερο αποχαιρετιστήριο κείμενο για τον καλό του φίλο και αγαπημένο μας συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα που μας άφησε στις 16 του περασμένου Απρίλη λόγω κορονοϊού.
 
Ευχαριστώ από καρδιάς τον καλό μου φίλο και σύντροφο Νίκο Κούρκουλο που έκανε τις διορθώσεις και γενικά «έστρωσε» το κείμενο. Ως συνήθως η δουλειά του ήταν εξαιρετική και οι παρεμβάσεις του καίριες.
Ευχαριστώ επίσης το έντυπο και ηλεκτρονικό περιοδικό Jacobin Italia που μου έδωσε την άδεια να δημοσιεύσω το κείμενο.
 
Αυτή η μετάφραση αφιερώνεται στους αγαπημένους μου φίλους Γιώργο (που έκανε και αυτός κάποτε τις γυροβολιές του πάνω σε ένα πλοίο της Greenpeace) και Στέλλα (που λατρεύει τον Σεπούλβεδα)· είναι από τους μεγαλύτερους μαχητές της ζωής που γνωρίζω. 
Το πρωτότυπο κείμενο, εδώ.
 
Commento della redazione: “Quella volta, una delle innumerevoli occasioni di sorseggiare qualche copa insieme, era ormai calata la sera, l’ora di accendere la carbonella per l’asado, e gli feci l’ultima domanda: ma qual è la vittoria finale, Lucho?
 
Pino Cacucci scrive il miglior testo di addio al suo caro amico Luis Sepulveda che ci ha lasciato il 16 Aprile scorso a causa di coronavirus.
 
Ringrazio di cuore l’amico e compagno Nikos Kourkoulos per le correzioni della bozza e le sue preziose osservazioni. Come al solito, il suo lavoro era eccelente e i suoi interventi più che utili.
Ringrazio anche Jacobin Italia che mi ha permesso di pubblicare il testo.
 
Questa traduzione la dedico ai miei cari amici Giorgos (che ha “girovagato”  per il mondo anche lui con una barca di Greenpeace) e Stella (che adora Sepulveda); sono dei più grandi combattenti della vita che ho mai conosciuto.
Il testo originale, qui.]   

Πριν κάνα μήνα, ψάχνοντας ποιος ξέρει τι στους μαιάνδρους του υπολογιστή, πετάχτηκε μπροστά μου αυτή η φωτογραφία. Του την έδειξα και μου απάντησε: «Πόσο νέοι ήμασταν, κομπάδρε!».
    Γνώρισα τον Λουίς Σεπούλβεδα, τον Λούτσο, τον περιπλανώμενο Χιλιανό πολλά χρόνια πριν, στην Αστούριας, όταν ακόμα δεν την είχε κάνει βάση του –θυμάμαι ότι τότε ζούσε σε ένα σπιτάκι στα όρια του Μέλανα Δρυμού, αν και συνέχιζε να διαμένει περιστασιακά «μεταξύ Αμβούργου και Παρισιού», όπως διαβάζαμε στα εξώφυλλα των βιβλίων του–, αλλά πήγαινε στη Χιχόν για το φεστιβάλ αστυνομικής λογοτεχνίας Σεμάνα Νέγρα, που ίδρυσε και διεύθυνε ο κοινός φίλος Πάκο Τάιμπο ΙΙ. Αργότερα, ο Λούτσο θα έβρισκε στη Χιχόν το ιδανικό κλίμα («Την πρώτη μέρα έβρεχε δυνατά, τη δεύτερη έβρεχε λίγο: πάντως, ο αέρας ήταν δροσερός, και το τοπίο… καλά, δεν ήταν και σαν της Παταγονίας… αλλά τα ψηλά βράχια και η καλοσύνη του κόσμου στην Αστούριας, με έπεισαν να μείνω για λίγο») και εκεί επέλεξε ένα μεγάλο σπίτι σαν βάση για τις συχνές περιπλανήσεις του. Βρεθήκαμε σε πολλά και διάφορα μέρη, αλλά είναι σ’ εκείνον τον κήπο που ο Λούτσο λάτρευε να μαζεύει τους φίλους και να τους ετοιμάζει το ασάδο, που απόλαυσα ατελείωτες βραδιές μιλώντας για τα πάντα και γεύτηκα τις στιγμές της σιωπής, ιδίως όταν άναβε τα κάρβουνα, γιατί αυτός μας εξήγησε τις «εθνοτικές» διαφορές του τελετουργικού: οι Αργεντινοί όσο στέκονται μπρος στα κάρβουνα, μιλάνε δυνατά και αποσπούνται· οι Χιλιανοί, αντίθετα, μένουν συγκεντρωμένοι και δεν σηκώνουν παρεμβολές, κάποια πράγματα κληρονομούνται και γίνονται κομμάτι της κουλτούρας.
    Μεταξύ των διάφορων ταξιδιών γύρναγε σχεδόν κάθε χρόνο στη Χιλή, που άφησε το 1977 για την εξορία –και μόλις το 2017 του απέδωσαν και πάλι την υπηκοότητα, ενώ κατά τ’ άλλα είχε εδώ και καιρό τη γερμανική ενόσω ζούσε στη Ισπανία. Εξασφάλισε και ένα μικρό εξοχικό στα σύνορα με την Παταγονία, ένα σπιτάκι που έβλεπε στον Νότιο Ειρηνικό, αν και δεν ένιωθε την ανάγκη να μένει στη γενέθλια γη για πολύ καιρό, γιατί δεν την αναγνώριζε πλέον. Πάντα όμως ένιωθε ισχυρή έλξη για τα αποκαλυπτικά τοπία της Γης του Πυρός, για την ατέρμονη μοναξιά της Παταγονίας, από τα οποία θα αντλούσε την έμπνευσή του για κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες σελίδες του.
    Η έννοια της πατρίδας δεν τον άγγιζε και πολύ τον Λούτσο. Ποιος ξέρει αν ήταν κληρονομικό. Ο παππούς του ήταν ανδαλουσιανός αναρχικός, καταδικασμένος σε θάνατο στην Ισπανία για επαναστατική δράση. Απέδρασε από της φυλακές της Αλμερίας, στις αρχές του αιώνα, και έφτασε στις Φιλιππίνες από όπου πέρασε στο Εκουαδόρ, και φτου και απ’ την αρχή: ίδρυσε μια αναρχική ομάδα, έκανε ό,τι βάζει ο ανθρώπινος νους και τσίμπησε ακόμα μια καταδίκη. Ξανααπέδρασε, προφανώς. Από τη φυλακή του Γκουαγιακίλ έφυγε απευθείας για τη Χιλή, κάνοντας στάση στο λιμάνι Ικίκε.
    «Ήταν 1918 και εκεί κάτω έβρισκες την αφρόκρεμα του ευρωπαϊκού ελευθεριακού κινήματος, όλοι αναρχικοί αγωνιστές που ξέφυγαν από τις φυλακές και του δήμιους των χωρών τους· επομένως ο παππούς ξαναβρέθηκε σαν το ψάρι στο νερό του… Ονομάζονταν Χεράρντο Σεπούλβεδα Τάπια, αλλά όλοι τον ήξεραν με το ψευδώνυμο, ο σύντροφος Ρικάρντο Μπλάνκο. Το να είμαι μαζί του ήταν για μένα το καλύτερο σχολείο της ζωής. Από το Ικίκε έφυγε για το Βαλπαραΐσο. Δεν κατάφερνε ποτέ να κάτσει για πολύ καιρό στο ίδιο μέρος, και τον καταλαβαίνω πολύ καλά… Εκεί κάτω βρήκε τον έρωτα της ζωής του, την γιαγιά μου τη Σουζάνα, μορφωμένη, λίγο αστή, και επίσης καθολική… Πιστεύω ότι ο σύντροφος Ρικάρντο Μπλάνκο της είχε συγχωρέσει κάτι τέτοια ελαττώματα, κυρίως για δύο λόγους: ήταν πανέμορφη και μιλούσε πέντε γλώσσες. Εγώ πρακτικά μεγάλωσα μαζί τους και με τον θείο Πέπε, άλλος κάργα αναρχικός κι αυτός, που το 1937 έφυγε για την Ισπανία με μια μπριγκάδα διεθνιστών από το Μεξικό και τις Η.Π.Α. Εν τω μεταξύ, ο παππούς μου είχε ιδρύσει το Λαϊκό Πανεπιστήμιο με σκοπό να βγάλει κυρίως καλούς τυπογράφους και γραφίστες. Και χάρις σε αυτόν και στον θείο Πέπε έμαθα να αγαπώ τον Σαλγκάρι. Στην αναρχική λέσχη τους πιστεύω ότι έλαβαν χώρα οι πιο εμβριθείς και οξυδερκείς αναγνώσεις του Σαλγκάρι που παρευρέθηκα ποτέ».       
    Τα πρώτα συγγραφικά βήματα τα έκανε στο λύκειο του Σαντιάγο, όπου δημοσίευσε κάποια ποιήματα στο εφημεριδάκι του σχολείου. Αλλά αποφάσισε γρήγορα να το κάνει για πάρτη του, γράφοντας και αναπαράγοντας ερωτικά διηγήματα που πουλούσε έπειτα στους συμμαθητές. «Αυτά ήταν τα πρώτα χρήματα που κέρδισα από το επάγγελμα του αφηγητή. Είμαι σίγουρος ότι συνεισέφερα κατά τι στην ορμονική ισορροπία των συμμαθητών μου στο λύκειο».
    Μετά από λίγο θα αφιερώνονταν σε ένα τελείως διαφορετικό αφηγηματικό είδος. Το 1964 μπήκε στην Κομμουνιστική Νεολαία Χιλής· τα διηγήματα και τα ποιήματά του έγιναν διάσημα στις συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις, σε απεργίες και διαδηλώσεις. Οι «σοβαροί» συγγραφείς τον σνόμπαραν, και αργότερα του επιτίθονταν με περιφρόνηση. Χαλάστηκαν πολύ όταν ο Λουίς, το 1969, κέρδισε το Βραβείο Casa de Las Americas με τη συλλογή διηγημάτων Crònicas de Pedro Nadie. «Ήταν ένας φίλος που τα έβαλε σε σειρά και τα έστειλε στην Αβάνα. Εγώ δεν ήλπιζα, αλλά μετά, όταν κέρδισα το βραβείο… ε καλά, οι φτασμένοι Χιλιανοί συγγραφείς αποφάσισαν να με μισούν ανοιχτά. Όλοι εκτός από έναν: τον Φρανσίσκο Κολοάνε, που με υπερασπίστηκε δημοσίως». Ο Λουίς ήταν είκοσι χρονών, και εκτιμούσε τον Κολοάνε σαν τον πιο μεγάλο συγγραφέα περιπέτειας που είχε διαβάσει ποτέ, και που τον θεωρούσε ισάξιο, αν όχι ανώτερο, με τον Λόντον, τον Μέλβιλ και τον Κόνραντ.
    Και ήρθαν τα χρόνια της απόλυτης αφοσίωσης στον αγώνα, που για καιρό θα κρατούσαν τον Λούτσο μακριά από τη γραφομηχανή. Πάντα το ’69, κέρδισε μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, το πανεπιστήμιο της νομενκλατούρας.
   «Παρακολουθούσα μαθήματα δραματουργίας, το περιβάλλον μού ήταν αρκετά ανυπόφορο, αλλά βρήκα τρόπο να τρυπώσω στους κύκλους του καλύτερου μοσχοβίτικου θεάτρου, λίγο-πολύ παράνομου, τελείως διαφορετικού από την εντελώς βαρετή “αισθητική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού”. Και έκανα παρέα με σχεδιαστές κόμικ, το πάθος μου, όλοι εξαίρετοι, άντεργκραουντ και εβραίοι. Κρίμα που μόλις μετά από τέσσερις μήνες, θα με έδιωχναν για “διαγωγή αντίθετη προς την προλεταριακή ηθική”». Ο Λούτσο, με το που έφτανε σε αυτό το σημείο της εξιστόρησης της ζωής του, έσκυβε το κεφάλι, παριστάνοντας τον μετανοημένο, πριν προσθέσει με κατεργάρικο χαμόγελο: «Η αλήθεια είναι ότι… με τσάκωσαν στο κρεβάτι με την καθηγήτρια της Σλάβικης Λογοτεχνίας. Που για κακή μου τύχη ήταν γυναίκα του κοσμήτορα του Ινστιτούτου Μαρξιστικών Ερευνών. Έγινε μεγάλος χαμός. Διωγμένος από τη Σοβιετική Ένωση, γυρνάω στη Χιλή και διαγράφομαι και από την Κομμουνιστική Νεολαία.  Τσακώθηκα και με τον πατέρα μου, ατσαλένιο αγωνιστή, και έτσι έφυγα από το σπίτι. Τρεις διαγραφές μέσα σε λίγες βδομάδες».
    Το άτεγκτο Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής ήταν πολύ ασφυκτικό για τον Λούτσο· σε σχέση με τα άλλα αδελφά λατινοαμερικάνικα κόμματα επιθυμούσε να επιβάλλει τη σοβιετική θεωρία και πράξη σε χώρες τελείως διαφορετικές από άποψη κουλτούρας, παραδόσεων και «φιλοσοφίας ζωής». Εκείνα τα χρόνια ήταν ενεργό το MIR (Movimiento di Izquierda Revolucionaria),  σε ανοιχτή σύγκρουση με το Κ.Κ.Χ, και το ELN (Ejército de Liberación Nacional), στο οποίο αποφάσισε να προσχωρήσει ο Λούτσο. Δύο χρόνια πριν είχε πεθάνει ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία, όπου όμως αντιστεκόταν ακόμα ο Οσβάλντο «Ελ Τσάτο» Περέδο με μια ομάδα ανταρτών· ήταν ο αδερφός των Ίντι και Κόκο Περέδο, που έπεσαν με τον Γκεβάρα. Το Χιλιανό ELN αποφάσισε να στείλει κάποιους εθελοντές και ο Λουίς ήταν ανάμεσα σε αυτούς. «Ήμασταν εννιά, διοικητής ο Γκονσάλο Αρένας, που το πραγματικό του όνομα ήταν Αγκουστίν Καρίγιο και ήταν πρωταθλητής Αμερικής ημιμεσαίων βαρών. Μείναμε στα βουνά του Τεοπόντε μέχρι τον Φλεβάρη του ’70. Εγώ και ο Σέρχιο Λέιβα, ο ποιητής τραγουδοποιός, ήμασταν οι μόνοι Χιλιανοί που επέζησαν…»     
    Ο Λέιβα θα πέθαινε μετά από τρία χρόνια, κατά το πραξικότημα του Πινοσέτ. Κατάφερε να μπει στην αργεντίνικη πρεσβεία, όπου είχαν βρει καταφύγιο κάποια στελέχη, για να τους πείσει να αναδιοργανώσουν την αντίσταση. Επέστρεψε μια δεύτερη φορά με σκοπό να συγκεντρώσει ό,τι χρήματα είχαν μαζί τους, αλλά οι στρατιωτικοί από έξω τον εντόπισαν και τον έκαναν κόσκινο. Η φωνή του Λούτσο έσπαγε ακόμα περισσότερο όταν θυμόταν τον Σέρχιο, τον κολλητό του φίλο που είχαν μοιραστεί τόσα πολλά.
    Όσον αφορά τον Οσβάλντο «Τσάτο» Περέδο… Το 1997 είχα την τύχη να παρευρεθώ στη συνάντηση ανάμεσα σε αυτόν και τον Λούτσο, στο Μιλάνο. Ο Τσάτο είχε προσκληθεί από το Ίδρυμα Φελτρινέλι για μια σειρά εκδηλώσεων, και με την ευκαιρία είχαν ζητήσει από τον Λουίς Σεπούλβεδα να αναλάβει τον ρόλο του οικοδεσπότη, σαν διάσημος διεθνώς συγγραφέας και κυρίως, σαν πρωταγωνιστής τουλάχιστον μίας από τις ιστορίες που ίσως αφηγούνταν στο κοινό ο Περέδο. Μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου εκείνη η στιγμή: είχαν περάσει είκοσι εφτά χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν ιδωθεί… Ο Λούτσο εμφανίστηκε μπρος στον Τσάτο, τον πήγε λίγο παράμερα, και με το χέρι στην πλάτη του, τού ψιθύρισε για κάμποσο στο αυτί. Ξαφνικά, ο Οσβάλντο τινάζεται, τον κοιτάζει στα μάτια, το κοιτάει διερευνητικά στο πρόσωπο και αναγνωρίζει τον νεότατο τότε αντάρτη του Τεοπόντε. Στην μουσκεμένη στο κλάμα ατελείωτη αγκαλιά που ακολούθησε, φοβήθηκα ότι ο μικροσκοπικός Τσάτο Περέδo θα πνιγόταν: συνέχισαν να χτυπούν ο ένας την πλάτη του άλλου χωρίς να αποφασίζουν να αποχωριστούν, υπό τα περίεργα βλέμματα του κοινού που δεν μπορούσε να γνωρίζει τι σήμαινε αυτό το συναπάντημα.
   Ήταν η κορύφωση μιας μακριάς ιστορίας. Πολύ μεγάλης για να την διηγηθούμε. Αρκεί να αναφέρουμε ότι ο Τσάτο, ο μικρότερος από τα τρία αδέρφια, είχε έρθει στο Μιλάνο τον Μάρτη του 1971 για να συναντήσει τη Μόνικα Ερτλ, τη συντρόφισσα του αδερφού Ίντι που έπεσε με τον Τσε: έπρεπε να της παραδώσει ένα πιστόλι εκ μέρους του Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι, που τους πρόσφερε και ένα αυτοκίνητο για να φτάσουν στο Αμβούργο· εκεί, στο προξενείο της Βολιβίας, που βρισκόταν ο Ρομπέρτο Κιντανίγια, πρώην συνταγματάρχης των υπηρεσιών που είχε συμμετάσχει στη σύλληψη και δολοφονία του Τσε και προηγουμένως είχε βασανίσει μέχρι θανάτου τον Ίντι Περέδο. Η Μόνικα, νέα και ελκυστική γυναίκα, δεν είχε πρόβλημα να γίνει δεκτή από τον πρόξενο Κιντανίγια που περνιόταν για ακαταμάχητος… Η Μόνικα τον πυροβόλησε τρεις φορές με το πιστόλι του Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι και τον σκότωσε. Έξω, κατά τα λεγόμενα, την περίμενε ο Τσάτο, με τη μηχανή αναμμένη…
    «Από τον Σεπτέμβρη του ’70 μέχρι τον Ιούνη του ’71 ήταν η περίοδος της ζωής μου που κοιμήθηκα λιγότερο. Έπρεπε να γίνουν πολλά. Μόλις είχα πάρει το πτυχίο του θεατρικού σκηνοθέτη και με τον Βίκτωρ Χάρα ανεβάσαμε το Έξι πρόσωπα αναζητούν συγγραφέα, του Πιραντέλο. Ο αγώνας αφορούσε οτιδήποτε κι αν κάναμε, και κανένας δεν αφιερωνόταν αποκλειστικά σε μία δραστηριότητα. Για παράδειγμα, πέρα από το θέατρο, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και κάνα διήγημα που έγραφα, έγινα και υπεύθυνος ενός αγροτικού συνεταιρισμού… Αλλά γρήγορα άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα κανιβαλισμού. Οι πολιτικοί διαχωρισμοί εντάθηκαν, και ανάμεσα στη μία και την άλλη διαμάχη, δεν πήραμε χαμπάρι ότι η δεξιά ετοιμάζονταν για το τελειωτικό χτύπημα».
    Από το ’73 ο Λούτσο μπήκε στη στρατιωτική δομή του Σοσιαλιστικού Κόμματος, και έγινε και μέλος της προσωπικής φρουράς του Αλιέντε. Τη μέρα του πραξικοπήματος φρουρούσε ένα υδραγωγείο που υπήρχε φόβος ότι μπορεί να ανατιναζόταν.
    «Σε μικρή απόσταση από εμένα βρίσκονταν οι ατελείωτες σειρές από νταλίκες που ήταν αραγμένες λόγω της απεργίας εναντίον του Αλιέντε. Οι οδηγοί χρηματοδοτούνταν απευθείας από τις Η.Π.Α. και είχαν παραλύσει τη χώρα. Οι στρατιώτες, με τις στολές τους, ξεδιάντροπα, είχαν αναλάβει να φυλάνε τα παρατημένα φορτηγά, μαζί με τους παραστρατιωτικούς της Patria y Libertad, τους κρεολούς φασίστες. Από τις 11 μέχρι τις 14 Σεπτέμβρη έσμιξα με άλλους συντρόφους, τους ελάχιστους που είχαν κάποιο όπλο, και προσπαθήσαμε να υπερασπιστούμε μερικά εργοστάσια. Είδα εκατοντάδες να σκοτώνονται σε αυτές τις τέσσερις μέρες. ‘Ολοι αναρωτιόντουσαν που διάολο ήταν τα όπλα που είχαν υποσχεθεί οι υπεύθυνοι… Στις 15 πήγα σε ένα παράνομο ραντεβού με τον υπεύθυνο της στρατιωτικής δομής του κόμματος, τον Αρνόλντο Καμού, ένα θαρραλέο αλλά αφελή άνθρωπο. Με διέταξε να κινηθώ προς τον Νότο, όπου ένας νομιμόφρων στρατηγός, ο Κάρλος Πρατς, φαινόταν ότι προήλαυνε επικεφαλής μια αντιπραξικοπηματικής μεραρχίας. Έφυγα κατευθείαν για εκεί, με ό,τι μέσο βρήκα, αναζητώντας έναν «επαναστατικό στρατό» που δεν υπήρχε. Ο στρατηγός Πρατς δεν είχε κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι του, όλα ήταν ένα εφεύρημα του ΚΚΧ, που διαδόθηκε από εκείνους τους ανεύθυνους του τομέα Λατινικής Αμερικής του Ράδιο Μόσχα. Εξαιτίας τους, εκατοντάδες αγωνιστές σκοτώθηκαν μετακινούμενοι προς τον Νότο, προς το τίποτα, πέφτοντας πάνω στους στρατιώτες του Πινοσέτ. Ο Αρνόλντο σκοτώθηκε στο Σαντιάγο δύο μέρες μετά το ραντεβού μας. Εγώ βρέθηκα κοντά στο Τεμούκο, μόνος και πρακτικά άοπλος, και στις 5 Οκτώβρη, την επομένη των γενεθλίων μου, με συνέλαβαν. Με πήγαν στο στρατόπεδο του Συντάγματος Τουκαπέλ, και για εφτά μήνες το κελί μου ήταν ένα κουτί πλατύ πενήντα εκατοστά και μακρύ ενάμιση μέτρο, τόσο χαμηλό που έπρεπε να είμαι συνέχεια ξάπλα, ανάμεσα στα κάτουρα τα δικά μου και των στρατιωτών που έρχονταν και κατούραγαν πάνω μου από μια μικρή σχισμή».
    Είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς ένας ανθρώπινος νους μπορεί να αντισταθεί και να μην χαθεί στην παραφροσύνη, σε τέτοιες συνθήκες. Ο Λουίς Σεπούλβεδα ήταν σίγουρος ότι όφειλε το παρόν και το μέλλον του στα διαβάσματά του: «Ξαναπέρναγα από μνήμης όλα τα βιβλία του Κόνραντ, του Μέλβιλ, του Στήβενσον, του Βερν, του Δουμά… Και έπαιζα και σκάκι, με τα μάτια κλειστά». Τον έβγαζαν έξω για ανακρίσεις, και δεν του ήταν εύκολο να θυμάται εκείνους τους εφτά μήνες.
    «Πόσοι να πέθαναν, πλάι μου… Έπειτα είχαμε και τις εικονικές εκτελέσεις. Μου έκαναν δύο· και τη δεύτερη φορά που βρέθηκα απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα, πίστευα ότι τα τουφέκια ήταν γεμάτα… Νομίζω ότι ρούφηξα τόσο ηλεκτρισμό που ακόμα και τώρα μπορώ να φορτίσω μια μπαταρία με τα χέρια…» Ο Λούτσο γελούσε εκείνη τη μέρα που μου διηγούνταν όλα αυτά, καταπολεμώντας τον τρόμο με μαύρο χιούμορ. Κάποια στιγμή, με κοίταξε έντονα με ένα αλλόκοτο βλέμμα, και είπε: «Ξέρεις ποιο είναι το περίεργο; Δεν είχα ποτέ ξαναδιηγηθεί όλα αυτά πιο πριν. Όχι με λεπτομέρειες, πόσο μάλλον σε κάποιον που θα τα δημοσιεύσει κάπου… Λες να είσαι ο δόκτορ Φρόιντ μου, κομπάδρε;!» Και γέλασε δυνατά, αυτή τη φορά το γέλιο ήταν απελευθερωτικό.
    Την εποχή αυτών των εκμυστηρεύσεων, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, του είχα πει ότι σκόπευα να συμπεριλάβω τουλάχιστον ένα κομμάτι της ιστορίας του σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου Camminando, ένα κεφάλαιο, που θα τιτλοφορούσα Ο περιπλανώμενος Χιλιανός. Δεν ζητούσα να είμαι ο μινι-βιογράφος του, ούτε τον παριστάνω τώρα, γιατί η ζωή του είναι τόσο έντονη και πλούσια σε εμπειρίες που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος κάποτε να βάλει σε σειρά ένα τόσο μεγάλο «υλικό» ώστε να γράψει μια ολοκληρωμένη βιογραφία. Ίσως, μόνο η Κάρμεν Γιάνες θα μπορούσε να το κάνει, quien sabe
    To ’76 το γερμανικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας είχε ξεκινήσει μια μεγάλη καμπάνια για την απελευθέρωση του Σεπούλβεδα, σηκώνοντας μεγάλο θόρυβο που προκαλούσε εκνευρισμό στη χιλιανή στρατιωτική χούντα. Δεν γινόταν να τον εξαφανίσουν μες στη σιωπή, και τελικά αποφάσισαν να ξεφορτωθούν αυτούς τους «Γερμανούς συκοφάντες»…
    «Στις 17 Ιουλίου του 1977 με πήγαν στο αεροδρόμιο του Σαντιάγο. Τους δικούς μου μπόρεσα να τους αποχαιρετίσω πίσω από μία τζαμαρία, δεν μου επέτρεψαν να τους αγκαλιάσω. Ήταν η τελευταία φορά που είδα τον πατέρα μου, πέθανε μετά από δύο χρόνια. Πριν με φορτώσουν στο αεροπλάνο, οι στρατιωτικοί ξέδωσαν ρίχνοντάς μου μια ικανοποιητική δόση από κλωτσιές. Είχα στην τσέπη μια βίζα για τη Σουηδία, όπου με περίμενε μια θέση καθηγητή δραματουργίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας. Αλλά δεν ένιωθα ακόμα έτοιμος να απομακρυνθώ τόσο από όλα… Στη στάση τράνζιτ στο Μπουένος Άιρες δεν ανέβηκα στο αεροπλάνο, και έμεινα στην Αργεντινή. Όχι για πολύ, γιατί εκείνη τη περίοδο εξαφανίζονταν κόσμος σωρηδόν, και κάποιοι φίλοι έκανα ρεφενέ για να με στείλουν στη Ουρουγουάη. Ούτε εκεί επικρατούσε ευνοϊκό κλίμα για τύπους σαν εμένα, έτσι πέρασα στη Βραζιλία, στο Σάο Πάολο, όπου δούλεψα στο ανέβασμα της Μάνας Κουράγιο του Μπρεχτ. Τελικά, βλέποντας ότι ούτε η βραζιλιάνικη κυβέρνηση με συμπαθούσε και πολύ, αποφάσισα να επιστρέψω στη μεγάλη μου αγάπη, τον Ειρηνικό. Διέσχισα την Παραγουάη, τον Βορρά της Αργεντινής, τη Βολιβία, το Περού και κατέληξα στο Εκουαδόρ, στο Κίτο».
    Και εκεί ο Λούτσο γνώρισε έναν κόσμο που θα επηρέαζε σημαντικά το πεπρωμένο του σαν συγγραφέα, αλλά και σαν ακραίο και πλήρως αφοσιωμένο αγωνιστή στον αγώνα για τη σωτηρία του πολύπαθου πλανήτη. Για εφτά μήνες έζησε στο δάσος του Αμαζονίου με τους αυτόχθονες Σουάρ, από τους οποίους έμαθε τη γλώσσα και τον σεβασμό των ευαίσθητων ισορροπιών της Μητέρας Γης. «Εφτά μήνες στους οποίους ανακάλυψα το νόημα της πραγματικής ελευθερίας, έζησα ζωντανά και απευθείας τον ουτοπικό κομμουνισμό».
   Από αυτή την εμπειρία του, κάποια χρόνια μετά, θα εμπνέονταν το πιο επιτυχημένο παγκοσμίως βιβλίο του, το Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης. Όπως και ο πρωταγωνιστής, ο Αντόνιο Χοσέ Μπολίβαρ, ο Λούτσο έγινε δεκτός από τους Σουάρ, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει ένας απ΄ αυτούς, ούτε να μείνει για πάντα ο δάσος. Ήταν αρχές του ’79 και από την Νικαράγουα άκουγε τις σειρήνες που δεν μπορούσε να τους αντισταθεί. Έσμιξε με την Μπριγκάδα Σιμόν Μπολίβαρ που σχηματίστηκε από λατινοαμερικάνους αγωνιστές και ήταν μεταξύ των πρώτων που μπήκαν τον Ιούλιο στη απελευθερωμένη, από τον αιμοσταγή δικτάτορα Σομόσα, Μανάγκουα.
    Έμεινε στη χώρα της Κεντρικής Αμερικής για να συμμετάσχει ενεργά στον θρίαμβο της επανάστασης, και έφυγε όταν άρχισε να βλέπει τους «λουφαδόρους» να καπαρώνουν καρέκλες και προνόμια.
    Μια μικρή στάση στο Εκουαδόρ, και ο Λούτσο φτάνει στην Ευρώπη, στο Αμβούργο.
«Ήμουν κουρασμένος, είχα μια τεράστια λαχτάρα να ηρεμήσω και να ξαναρχίσω το γράψιμο».
    Δύο χρόνια μετά, ένα πρωί, βολτάροντας στο λιμάνι παρατήρησε ένα καράβι με το όνομα Sirius· ήταν ένα από τα πληρώματα της Greenpeace που ετοιμαζόταν να σαλπάρει για μια έφοδο «οικολογικού ανταρτοπόλεμου». Ο Λούτσο μίλησε με έναν Νεοζηλανδό από το πλήρωμα, και μετά από μισή ώρα συμπλήρωνε το ναυτικό φυλλάδιο. Έτσι έγινε ένας από τους πιο γνωστούς ανταποκριτές στον γερμανικό Τύπο των περιπετειών της Greenpeace.
   «Για τέσσερα χρόνια διέσχισα πραγματικά όλες τις θάλασσες. Στις εσχατιές του Νότου, μεταξύ Παταγονίας και Γης του Πυρός, εμποδίζαμε τα φαλαινοθηρικά, ενώ στις θάλασσες του Βορρά μπλεκόμασταν στα “ποδάρια” των στρατιωτικών πλοίων που μετέφεραν πυρηνικά όπλα ή ραδιενεργά απόβλητα. Ήταν μια δουλειά μυρμηγκιού. Με τα μικρά μας φουσκωτά Zodiac διασταυρωνόμασταν μπρος στην πλώρη τους αναγκάζοντάς τα να σταματήσουν τις μηχανές: αν ένα πλοίο ακινητοποιηθεί στην ανοιχτή θάλασσα, το κόστος γίνεται τεράστιο, και από το σταμάτα-ξεκίνα προτιμούν να γυρίσουν πίσω, ελπίζοντας να την σκαπουλάρουν την επόμενη φορά. Πρώτα όμως, μας πέταγαν σκουπίδια, με τους κάδους, μας βομβάρδιζαν με ρίψεις νερού: και όταν έχει 20 βαθμού υπό το μηδέν, το νερό είναι θανάσιμα αποτελεσματικό. Και αν πέσεις στη θάλασσα, αρκούν τρία λεπτά να πεθάνεις από την παγωνιά, σε λιγότερα από 200 δευτερόλεπτα η καρδιά σταματά να χτυπά. Αλλά σημειώσαμε και πολλές νίκες, που παραμένουν από τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μου».    
    Ανάμεσα στις πολλές περιπέτειες που έζησε κατά την περιπλάνησή του στον κόσμο, ο Σεπούλβεδα αποφάσισε να μου αποκαλύψει μία πολύ προσωπική του, βρίσκοντας μία σπάνια αίσθηση του μέτρου: τη συνάντηση της γυναίκας του Κάρμεν Γιάνες με την αγαπημένη φίλη Μάρσια Σκαντλμπέρι, που συνέβη τυχαία στη Βενετία κάποια χρόνια πριν. Σήμερα η Κάρμεν είναι διάσημη ποιήτρια και η Μάρσια φτασμένη δημοσιογράφος. Είκοσι πέντε χρόνια πριν ήταν μαζί στα μπουντρούμια της Βίλας Γκριμάλντι, κέντρο βασανιστηρίων υπό την εποπτεία του Πινοσέτ. Τελικά την πέταξαν σε μία χωματερή. Έπρεπε να ήταν ένα ακόμα πτώμα ανάμεσα σε άλλα. Κάποιος αντιλήφθηκε ότι ανέπνεε ακόμα, και η συνέχεια είναι καθημερινή αντίσταση ενάντια στα φαντάσματα του παρελθόντος. Και η Μάρσια τη θεωρούσε νεκρή, και το ίδιο πίστευε η Κάρμεν για αυτή. Στη Βενετία, η «ξανθιά και η μελαχρινή» ανακάλυψαν ότι δεν ίσχυε αυτό, μπροστά στα έκπληκτα και συγκινημένα μάτια του συγγραφέα, που εμπνεόμενος από αυτά τα δύο «κορίτσια της γενιάς του» έγραψε μια συγκινητική ελεγεία.
    Και η δική τους ιστορία, αυτή της Κάρμεν και του Λούτσο –που αυτός αποκαλούσε τρυφερά Πελούσα, ή Πελού– μοιάζει να έχει βγει από μυθιστόρημα: μαζί από το 1968 και παντρεμένοι από το 1971, χωρίστηκαν από τις τραγωδίες της δικτατορίας, μη γνωρίζοντας κανένας από τους δύο ότι ο άλλος ήταν ζωντανός· είχαν ένα παιδί, τον Κάρλος. Αργότερα… αυτός εξόριστος στη Γερμανία και αυτή στη Σουηδία ξανάπιασαν επαφές χάρη στον γιο· εν τω μεταξύ και οι δύο είχαν φτιάξει νέες οικογένειες, τρία παιδιά ο Λούτσο και δύο η Κάρμεν, μέχρι που… τη δεκαετία του ’90, όταν οι γάμοι τους έπνεαν τα λοίσθια, η Κάρμεν και ο Λούτσο συναντήθηκαν σε μία μοναδική «γιορτή διαζυγίου» στη Γερμανία, που οργανώθηκε από τη Γερμανίδα πρώην σύζυγο, τη Μαργαρίτα, που είχε αποφασίσει να καλέσει και την Κάρμεν, μαντεύοντας ότι ο Λούτσο ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της. Και εκείνο το βράδυ, ο Λούτσο της πρότεινε να περάσουν κάποιες μέρες στο Παρίσι. Στο τρένο, χαμένος στα μάτια της Πελούζα, της έγραψε ένα σπαραχτικό ποίημα, Την ωραιότερη ιστορία αγάπης: «Μια ιστορία δυνατή μόνο στη γαλήνια και αλλόκοτη καλλιγραφία των ματιών σου…»
    Στο τέλος αυτής της σύντομης «απόδρασης του έρωτα που ξανάσμιξε», ο Λούτσο ζήτησε το χέρι της Κάρμεν… από τον γιο Κάρλος. Και πήγαν να ζήσουν μαζί στη Χιχόν, εκεί που το 2004 ξαναπαντρεύτηκαν, με τον Κάρλος μάρτυρα του δεύτερου γάμου.
    Και το σπίτι στην Αστούριας, που είχε βαπτιστεί Κρουθ ντελ Σουρ, με τον μεγάλο δενδρόκηπο και τη Κανταβρική θάλασσα λίγο πιο πέρα να σκάει στα ψηλά βράχια και να βρυχάται, τα Χριστούγεννα και περισσότερο το καλοκαίρι, φιλοξενούσε τις μαζώξεις των πολλών παιδιών και των αντίστοιχων συζύγων και, με το πέρασμα του χρόνου, των εγγονιών που γεννιόντουσαν, των πραγματικών υπεύθυνων για τα εξαιρετικά παραμύθια που διηγούνταν ο Λουίς Σεπούλβεδα· όλα, ή σχεδόν όλα, γεννήματα της ευχαρίστησης του abuelo, του παππού Λούτσο, που επινοούσε ιστορίες για τους νεοφερμένους. Για τα εβδομηκοστά γενέθλιά του, τον περασμένο Οκτώβρη, ήταν όλοι εκεί, στην Κρουθ ντελ Σουρ: Ο Κάρλος, ο Σεμπάστιαν, ο Αμαντέους, ο Μαξ, ο Λεόν και η Παουλίνα, η μοναδική γυναίκα ανάμεσα σε πέντε αρσενικά αδέρφια.
    Μεταφρασμένος σχεδόν σε όλες τις γλώσσες, ο Λουίς Σεπούλβεδα, σε καθένα από τα βιβλία του, μοιάζει να επιβεβαιώνει αυτό που ήταν το μοτό του για μια ολόκληρη ζωή: Αφήγηση σημαίνει αντίσταση. Αντίσταση της μνήμης ενάντια στη λήθη.
    Και η λήθη, στον Σεπούλβεδα, είναι ο ύπουλος εχθρός που καλύπτει με τις στάχτες της τη ζωή προσωπικοτήτων που θα άξιζαν την αθανασία: σε κάθε σελίδα του ξεπηδούν θραύσματα μνήμης που μεταμορφώνονται σε φωνές, ήχους, χειροπιαστές παρουσίες, άγνωστες αισθήσεις, και λίγο έχει να κάνει το αν είναι αυτοβιογραφικά, γιατί πάντα «η συγγραφή έρχεται μετά τη ζωή, και η ζωή πάντα θα προλαβαίνει τη συγγραφή».
    Η ζωή κατά τ’ άλλα είναι μια αλληλοδιαδοχή από ήττες και ανατάσεις. Είχε γράψει σχετικά:
    «Όταν ζεις έντονα, καταλαβαίνεις γρήγορα ότι το πιο εύκολο, το πιο κανονικό, είναι η αποτυχία. Όμως μόνο από τις αποτυχίες παίρνεις κάποιο μάθημα. Η γενιά μας είναι σημαδεμένη από αποτυχίες. Κι όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνεχίζουμε από ήττα σε ήττα μέχρι την τελική νίκη».
    Εκείνη τη φορά, μία από τις αναρίθμητες ευκαιρίες να ρουφήξουμε κάνα ποτηράκι μαζί, είχε ήδη πέσει η νύχτα, ήταν ώρα να ανάψουν τα κάρβουνα για το ασάδο, και του έκανα μια τελευταία ερώτηση: μα ποια είναι αυτή η τελική νίκη, Λούτσο;
   «Να έχεις πολλούς καλούς φίλους, και κάθε φορά που τους ξαναβλέπω, που μαζευόμαστε γύρω από το ασάδο, πίνοντας ένα καλό κρασί, όχι για νοσταλγικά σκαλίσματα αλλά για να απολαύσουμε μαζί το τώρα, μου επιβεβαιώνεται ότι οι ήττες δεν μας εμπόδισαν να γευτούμε αυτή τη νίκη: είμαστε ακόμα εδώ, και δεν παραδοθήκαμε. Ποτέ».
    Ο Λούτσο δεν παραδόθηκε ποτέ. Ούτε τις σαράντα οχτώ μέρες νοσηλείας στο νοσοκομείο, δίνοντας σημάδια ανάκαμψης, σποραδικά, που μας ξανάναβαν τη σπίθα της ελπίδας… Μέχρι το πρωινό της 16ης Απρίλη.
    Ο Λούτσο δεν είναι πια εδώ. Ο Λούτσο ζει στα βιβλία του, τα λόγια του δεν θα σβήσουν ποτέ.
    Και σε όλους εμάς που είχαμε την ανεκτίμητη τύχη να τον συναναστραφούμε, απολαμβάνοντας την έμφυτη γενναιοδωρία του, μένει μονάχα μία παρηγοριά: να αγκαλιάζουμε σφιχτά τη Κάρμεν, και να θυμόμαστε τις στιγμές χαράς με τη σκέψη ότι καλύτερα που τις ζήσαμε και τώρα κλαίμε, από το να είχαμε τα μάτια στεγνά και να μην τις είχαμε ζήσει. 
                     
 
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ