Παιδικές και Νεανικές Αναμνήσεις: Συζήτηση με την Μαρία Παπαδήμα

papadima

Παιδικές και Νεανικές Αναμνήσεις
του Ιούλιου Βερν
εκδόσεις Στιγμός
συνάντηση με τη μεταφράστρια
Μαρία Παπαδήμα

Β.Μ: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δούμε πως προέκυψε το κείμενο. Αλλά και τι θα διαβάσει ο αναγνώστης σε αυτό;
Μ.Π: Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον συγγραφέα κατά προτροπή του Αμερικανού δημοσιογράφου Θίοντορ Στάντον για το περιοδικό Youth’s Companion στα 1891. Είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο όπου ο Ιούλιος Βερν αφηγείται στιγμές από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τις ναυτικές του περιπέτειας στον ποταμό Λίγηρα και την πρώτη του γνωριμία με τη θάλασσα, το πάθος του να ξανοιχτεί στον ωκεανό και τα δικά του παιδικά αναγνώσματα που τον καθόρισαν. Ταυτόχρονα επιχειρεί μια ανάλυση του ίδιου του του έργου και της εποχής του και αυτό το καθιστά διπλά ενδιαφέρον.

Β.Μ: Εκτός από αυτό που φανερώνει ο τίτλος «Παιδικές και Νεανικές Αναμνήσεις» με μια δεύτερη ματιά-ανάγνωση, τι άλλο μας αποκαλύπτεται για τον Ιούλιο Βερν;
Μ.Π: Μας αποκαλύπτει την αστείρευτη επιθυμία του για γνώση, ταξίδια και συγγραφή. Αισθανόμαστε πως ο εξηντάρης και πλέον Βερν που γράφει τις παιδικές του αναμνήσεις δεν διαφέρει σε πάθος για εξερεύνηση και περιπέτειες από το παιδί Βερν και από τους ήρωες των βιβλίων του. Κύρια έγνοια του να προλάβει να βάλει στο χαρτί όλα τα θαυμαστά ταξίδια που του υπαγόρευε η ανεξάντλητη φαντασία του.

B.M: Πόσο σημαντικό είναι σαν ανάγνωσμα και ποια η σημασία της έκδοσής σου στα Ελληνικά;
Μ.Π: Είναι ένα εξομολογητικό, τρυφερό κείμενο. Μας δίνει μια εικόνα του ανθρώπου Ιουλίου Βερν, και μάλιστα του παιδιού που υπήρξε. Βλέπουμε λοιπόν, εμείς οι αναγνώστες του ένα παιδί όπως υπήρξαμε κι εμείς, με τις ίδιες ανησυχίες και επιθυμίες, την έμφυτη προδιάθεση για την περιπέτεια και το άγνωστο, τη μεταμόρφωση του πραγματικού κόσμου μέσα από την παιδική του ματιά, γνώρισμα κι αυτό της παιδικής ψυχής.

B.M: Πότε μετέφρασες αυτό το κείμενο και ποια ήταν τα πρώτα σου συναισθήματα για τον συγγραφέα των παιδικών σου χρόνων;
Μ.Π: Έπεσα πάνω του τυχαία πριν εικοσιπέντε χρόνια, το διάβασα απνευστί, συγκινήθηκα πολύ και θέλησα αμέσως να το μεταφράσω για να το μοιραστώ και με τους άλλους Έλληνες αναγνώστες του Ιουλίου Βερν, γι’ αυτό κι αφιερώνω τη μετάφραση σε «όλους τους φίλους του Ιουλίου Βερν, μικρούς και μεγάλους». Εκδόθηκε στα ελληνικά το 1996 από τις εκδόσεις Περίπλους, αλλά ήταν εξαντλημένο εδώ και χρόνια. Διάφοροι φίλοι του Ιουλίου Βερν μου το ζητούσαν επανειλημμένα. Μιλώντας με τη Μαρία Γυπαράκη, μου πρότεινε να αποτελέσει το πρώτο λιθαράκι της σειράς opusculum των νέων εκδόσεων Στιγμός που διευθύνει. Έτσι οι αναμνήσεις του Ιουλίου Βερν, ξαναζούν στα ελληνικά τη δεύτερη μεταφραστική (ξαναδούλεψα πολύ τη μετάφρασή μου) και εκδοτική τους ζωή.

 

απόσπασμα από το βιβλίο
«Οι αναμνήσεις αυτές είναι πιο ζωντανές από τα ίδια τα γεγονότα των οποίων, ώριμοι άντρες πλέον, υπήρξαμε μάρτυρες ή πρωταγωνιστές» Jules Verne

 

 

B.M: Ποιες είναι οι δικές σου αναμνήσεις από τα χρόνια που πρωτοδιάβασες Ιούλιο Βερν;
Μ.Π: Σ’ευχαριστώ πολύ για την ερώτηση αυτή. Ανασταίνει τα παιδικά μου χρόνια. Ξαναζώ με συγκίνηση εκείνες τις ώρες του μεσημεριανού ύπνου των μεγάλων που έπρεπε να κάνουμε απόλυτη ησυχία -τι υπναράδες κι αυτοί!- ή τα βράδια όταν με τον κλεμμένο φακό διάβαζα και ξαναδιάβαζα κάτω από τα σκεπάσματα τους ίδιους κόκκινους Ιούλιους Βερν των εκδόσεων Αστήρ. Ο Δεκαπενταετής πλοίαρχος, οι Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Από τον Καύκασο στο Πεκίνο, Μιχαήλ Στρογκώφ, το λιγότερο γνωστό Καίσαρ Κασκαμπέλ ήταν τα αγαπημένα μου. Από τα εννιά μου μέχρι τα δεκατρία ήταν οι σταθερές αναγνωστικές μου αξίες. Ακόμα κι αν απ’ ανάμεσα διάβαζα Ντοστογιέφσκι, Τολστόι ή Καζαντζάκη. Έτσι κι αλλιώς ανακάτευα τα πάντα. Αλλά ο Ιούλιος Βερν ήταν ο αγαπημένος μου. Οι ήρωές του, αρκετά μονοδιάστατοι και προσχηματικοί στα μάτια του ενήλικα που είμαι σήμερα, ήταν οι πιστοί και αγαπημένοι σύντροφοι ενός παιδιού μοναχικού που ονειρευόταν περιπέτειες και έπληττε αφόρητα και διπλά -καθότι κορίτσι- στην ελληνική επαρχία. Δυνατοί και έξυπνοι, οι ήρωες του Βερν, τα κατάφερναν πάντα. Πολεμούσαν την αδικία, έρχονταν αντιμέτωποι με το άγνωστο και το αδύνατο, αλλά με το αίσιο τέλος τους ήταν ένα ασφαλές καταφύγιο για την παιδική μου ψυχή που αρέσκονταν στην καταιγίδα αλλά ζητούσε κι ένα απάνεμο λιμάνι.

 

 

συνέντεξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Φλεβάρης 2021

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ