Scroll Top

Κανίβαλος, του Ντιντιέ Ντενένξ | Συζήτηση με την Μαρία Θεοχάρη

juskteez-vu-mwhklqGVzck-unsplash

Κανίβαλος
του Ντιντιέ Ντενένξ
εκδόσεις Oposito
συνάντηση με την μεταφράστρια
*Μαρία Θεοχάρη

 

 

Β.Μ: Σύστησέ μας τον Ντιντιέ Ντενένξ (Didier Daeninckx), έναν συγγραφέα που ελάχιστα γραπτά του έχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα!

Ο Didier Daeninckx είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, σεναριογράφος και δοκιμιογράφος που γεννήθηκε στη Γαλλία το 1949, με ρίζες από το Βέλγιο. Προέρχεται από λαϊκό οικογενειακό περιβάλλον με αναρχικές, κομμουνιστικές και αντιμιλιταριστικές καταβολές που έχουν επηρεάσει σημαντικά το έργο του. Αρχικά εργάστηκε ως τυπογράφος, κοινωνικός λειτουργός και δημοσιογράφος. Το πρώτο του μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1982 και έκτοτε έχει συγγράψει πάνω από εκατό έργα: μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, βιβλία για παιδιά και για νέους, κόμιξ, σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έργα για το ραδιόφωνο καθώς και μερικά τραγούδια για ροκ συγκροτήματα. Έχει τιμηθεί με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία όπως το Goncourt διηγήματος (2012), Grand Prix de Littérature Policière (1984) Prix Paul-Vaillant-Couturier (1984) κ.ά.

Σήμερα θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του γαλλικού νουάρ και néo-polar, στο οποίο εισάγει και μια ιστορική διάσταση, πέραν της κοινωνικής και πολιτικής . Έχει επηρεαστεί σημαντικά από το αμερικάνικο νουάρ του Dashiell Hammett και του Raymond Chandler και από Γάλλους συγγραφείς όπως ο Jean-Patrick Manchette, ο Frédéric Fajardie, ο Jean Vautrin και ο Jean Meckert (Jean Amila).

Τα βιβλία του χαρακτηρίζονται από έντονο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, και από τη σύνθεση της μυθοπλασίας με την ιστορική έρευνα και τεκμηρίωση. Ο ίδιος δεν συμπαθεί τον χαρακτηρισμό του στρατευμένου συγγραφέα λόγω της αντιμιλιταριστικής του ιδεολογίας, και περιγράφει τον εαυτό του ως έναν συγγραφέα αλληλέγγυο προς τους πολλούς αυτού του κόσμου που καθημερινά αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητες δυσκολίες για την επιβίωση και την αξιοπρέπειά τους.

Β.Μ: Ποια η θεματολογία που επιλέγει και σε ποια εποχή γράφει τα έργα του;

Κατά τον ίδιο, τα θέματα των βιβλίων του είναι θέμα τύχης. Η τύχη όμως οδηγεί τον κάθε συγγραφέα σε διαφορετικά μονοπάτια, ανάλογα με τις καταβολές και τα ενδιαφέροντά του. Ο Daeninckx μέσω της γραφής προσπαθεί να κατανοήσει τη χαοτική πορεία του κόσμου, και με τη βοήθεια φανταστικών προσώπων να καταλάβει πώς οι άνθρωποι καταφέρνουν να παραμείνουν άνθρωποι στις δυσμενέστερες συνθήκες.

Έτσι συνήθως επιλέγει «δύσκολες» ιστορικές περιόδους με σκοτεινές γωνιές, χονδρικά από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 21ου και μέσω τεκμηριωμένης έρευνας προσπαθεί να φωτίσει αθέατες πλευρές τις ιστορίας που έρχονται σε ρήξη με το εκάστοτε κυρίαρχο αφήγημα, και είτε έχουν αποσιωπηθεί συστηματικά είτε έχουν περιπέσει στη λήθη με το πέρας του χρόνου. Συχνά επιλέγει να τοποθετήσει τα έργα του στο ευρύτερο παρόν, και αναπτύσσει ένα πήγαινε-έλα από το ένοχο παρόν στο ένοχο παρελθόν. Και η διερεύνηση αυτού του ένοχου παρελθόντος είναι κομβικής σημασίας για την εξέλιξη της πλοκής. Πολλές φορές μάλιστα συνυπάρχουν και συμπλέκονται στο ίδιο βιβλίο διαφορετικές ιστορικές περίοδοι. Για παράδειγμα στον Κανίβαλο, εκτός από την Αποικιακή Έκθεση του 1931 και τον ένοπλο αγώνα των αυτονομιστών Κανάκ της δεκαετίας του ’80, υπάρχουν αναφορές στις συνθήκες υπό τις οποίες συμμετείχαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποικιακά στρατεύματα, καθώς και στις φριχτές αναπηρίες και παραμορφώσεις με τις οποίες επέστρεψαν από τα χαρακώματα πολλοί Γάλλοι στρατιώτες, και που τους στοίχισαν το παρανόμι «σπασμένα μούτρα» (gueules cassées).

Αυτό που χαρακτηρίζει τα έργα του είναι το καλά τεκμηριωμένο ιστορικό υπόβαθρο, η διάσωση της μνήμης που κινδυνεύει να χαθεί, ο έντονος κοινωνικός και πολιτικός προβληματισμός και η εστίαση από την πλευρά του αδύναμου, του θύματος, αυτού που έχει αδικηθεί από τη βία της εξουσίας και από την επίσημη ιστορία.

Β.Μ: Πες μας δυο λόγια τον «Κανίβαλο».

Ο Κανίβαλος εκδόθηκε το 1998 και αποτελεί εξέλιξη του ραδιοφωνικού θεατρικού έργου Des Kanaks à Paris που είχε γράψει την ίδια χρονιά ο Daeninckx με αφορμή κάποιες εκδηλώσεις για την κατάργηση της δουλείας.

Η ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του όταν σε ένα ταξίδι του στη Νέα Καληδονία το 1997 άκουσε από έναν Κανάκ της φυλής του Τεντό που τον φιλοξενούσε μια απίστευτη ιστορία: το 1931 είχαν μεταφερθεί από τη Νέα Καληδονία στο Παρίσι 111 Κανάκ για να πάρουν μέρος στην Αποικιακή Έκθεση. Τους έβαλαν σ’ ένα κλουβί στον ζωολογικό κήπο που λειτουργούσε στο περιθώριο της Έκθεσης, και όταν παραμονές των εγκαινίων, ψόφησαν οι κροκόδειλοι του ζωολογικού κήπου, οι υπεύθυνοι της Έκθεσης δάνεισαν μερικούς Κανάκ σε ένα γερμανικό τσίρκο για να πάρουν σε αντάλλαγμα μερικούς κροκόδειλους.

Με βάση αυτό το απίστευτο αλλά πραγματικό περιστατικό, που είχε περάσει στα ψιλά γράμματα του τύπου της εποχής, γράφεται ο Κανίβαλος. Στο βιβλίο έχουμε την εγκιβωτισμένη αφήγηση του γέρου Κανάκ Γκοσενέ, ο οποίος σχεδόν μισό αιώνα αργότερα σε ένα οδόφραγμα στη Νέα Καληδονία αφηγείται σε δύο νεαρούς αυτονομιστές Κανάκ την περιπέτεια που έζησε στο Παρίσι το 1931, όταν το έσκασε από τον ζωολογικό κήπο για να βρει την αγαπημένη του, τη Μινοέ, η οποία βρισκόταν ανάμεσα στους συντοπίτες του που ανταλλάχθηκαν με τους κροκόδειλους.

Ωστόσο, ο Κανίβαλος δεν είναι ένα «εξωτικό» βιβλίο, γραμμένο από έναν Γάλλο για τη Νέα Καληδονία. Ο συγγραφέας, παρά την ανοικτή του υποστήριξη προς τον αγώνα των Κανάκ για την ανεξαρτησία τους, αποφεύγει την πολιτισμική οικειοποίηση που θα συνιστούσε το να μιλήσει εκ μέρους τους για την ιστορία τους αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται σε γαλλικό έδαφος και ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην ευθύνη που φέρει η Γαλλία: καταγγέλλει τον ρατσισμό και τις διακρίσεις και ασκεί δριμεία κριτική κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας που γέμισε τον παγκόσμιο χάρτη με «μεγάλες κόκκινες κηλίδες». Ο Κανίβαλος, πέρα από «μια ιστορία αγάπης στον ζωολογικό κήπο» όπως λέει ο συγγραφέας, είναι ένα βιβλίο που περιγράφει ένα μελανό επεισόδιο της γαλλικής ιστορίας, στο οποίο βρέθηκαν μπλεγμένοι παρά τη θέλησή τους πάνω από εκατό Κανάκ.

Β.Μ: Ποιο είναι το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο που περιβάλλει το βιβλίο;

Το βιβλίο κινείται σε δύο χρονικές περιόδους. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται στο Παρίσι του 1931 την εποχή της Αποικιακής Έκθεσης, όπου μεταφερόμαστε μέσω της εγκιβωτισμένης αφήγησης του Γκοσενέ. Το παρόν της αφήγησης όμως, που εκτυλίσσεται στη Νέα Καληδονία σε κάποιο οδόφραγμα των Κανάκ αυτονομιστών μεταξύ της Ιενγκέν και του Τεντό, τοποθετείται στη δεκαετία του 1980, χωρίς ο συγγραφέας να προσδιορίζει ακριβώς το πότε.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι Κανάκ, άσκησαν πίεση για παραχώρηση ανεξαρτησίας από τη Γαλλία. Μολονότι ήταν μειοψηφία, το κίνημά τους σημείωνε άνοδο και οδήγησε, το 1984, σε μια πρόταση του Γάλλου Προέδρου, Φρανσουά Μιτεράν για πενταετή αυτονομία, που θα κατέληγε σε ψηφοφορία για ανακήρυξη της ανεξαρτησίας το 1989. Όταν το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1984, κυρίως εξαιτίας της δράσης ομάδων αντίθετων προς την ιδέα της ανεξαρτησίας (στην πλειοψηφία τους γαλλικής καταγωγής), η δυναμική πτέρυγα των Κανάκ αντέδρασε με τη χρήση βίας και ακολούθησε περίοδος ταραχών, γενικών απεργιών και αποσχιστικών ενεργειών.

Κατά πάσα πιθανότητα το παρόν της αφήγησης τοποθετείται σε αυτήν την περίοδο κλιμάκωσης των ταραχών, δηλαδή το 1984-1985 , όπως φαίνεται από τη συνδυαστική εξέταση συνεντεύξεων του συγγραφέα και πληροφοριών που μας δίνει στο αφήγημά του Le retour d’ Ataï, το οποίο αποτελεί συνέχεια του Κανίβαλου.

Μετά το ξέσπασμα των ταραχών η Γαλλία έστειλε στρατεύματα για επιβολή της τάξης, με αποκορύφωμα των συγκρούσεων την αιματηρή συμπλοκή μεταξύ Κανάκ αυτονομιστών και γαλλικών ειδικών δυνάμεων στην Ουβέα στις 5 Μαΐου του 1988, όταν οι γαλλικές ειδικές δυνάμεις εισέβαλαν σε σπήλαιο όπου κρατούνταν όμηροι από τους αυτονομιστές 20 αστυνομικοί, επιχείρηση κατά την οποία σκοτώθηκαν 20 απαγωγείς και 2 στρατιωτικοί. Μετά την καταστολή των ταραχών η Γαλλία ανέστειλε την παραχώρηση ανεξαρτησίας και το 1988 η χώρα τέθηκε υπό άμεση γαλλική διακυβέρνηση για μια μεταβατική περίοδο 10 ετών. Το 1998 υπογράφηκε η Συμφωνία της Νουμέα, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη σταδιακή μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τη Γαλλία στην Ν. Καληδονία , που μπορεί να οδηγήσει μετά το πέρας μιας περιόδου 20-25 ετών στην πλήρη ανεξαρτησία. Το 2018 και το 2020 διενεργήθηκαν δημοψηφίσματα για την ανεξαρτησία της Νέας Καληδονίας στα οποία υπερίσχυσε το ΟΧΙ ενώ στις 12 Δεκεμβρίου του 2021 αναμένεται να πραγματοποιηθεί το τρίτο και τελευταίο δημοψήφισμα.

 

Β.Μ: Στα έργα του συχνά καταπιάνεται με το θέμα της αποικιοκρατίας (κυρίως της Γαλλίας προς άλλες χώρες), τι ρόλο (κατά τη γνώμη σου) έπαιξε στο να αναδειχθεί το συγκεκριμένο ζήτημα;

Πράγματι, η γαλλική αποικιοκρατία αποτελεί κεντρικό θέμα σε πολλά έργα του Daeninckx. (πχ Έγκλημα και Μνήμη, Corvée de bois, Κανίβαλος, Le retour d’Ataï , L’École des colonies κ.ά.).

Κατά τη γνώμη μου, ο Daeninckx με τη γραφή του συνέβαλε σημαντικά όχι στο να αναδειχθεί το ζήτημα της αποικιοκρατίας, αλλά ορισμένες άγνωστες πτυχές της. Όπως έχει επισημάνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, η αποικιοκρατία ποτέ δεν αποσιωπήθηκε και είχε έντονη παρουσία τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον δημόσιο λόγο: εξυμνήθηκε, καλλιέργησε τους μύθους της και αποτέλεσε το καμάρι των αποικιοκρατικών χωρών, οι οποίες και γι’ αυτόν τον λόγο διοργάνωναν τις Αποικιακές εκθέσεις, για να δείξουν πόσο λαμπρά αποικίζουν και μεταλαμπαδεύουν πολιτισμό. Η κύρια συνεισφορά του Daeninckx μέσω των έργων του είναι στο να φωτιστούν κάποιες αθέατες πλευρές της αποικιοκρατίας, οι συνθήκες, τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να πετύχει τους σκοπούς της, πώς ήταν τα πράγματα από την πλευρά των γηγενών πληθυσμών, με λίγα λόγια σημαντικά γεγονότα που παραμένουν λίγο-πολύ άγνωστα, πράγματα που δεν χωρούσαν στην εποποιία της Γαλλικής Αυτοκρατορίας.

Μέσα από τη σύνθεση της μυθοπλασίας με την εμβριθή ιστορική έρευνα που χαρακτηρίζει τη γραφή του, συμβάλλει στην αποδόμηση κάποιων μύθων που είχαν καλλιεργηθεί συστηματικά (όπως ο μύθος του εκπολιτισμού, της παροχής ίσων ευκαιριών στις αποικίες μέσω της εκπαίδευσης κτλ).

Όσον αφορά συγκεκριμένα τον Κανίβαλο, η συμβολή του στο να αναδειχθεί η μεταχείριση που επιφυλάχθηκε στους Κανάκ κατά την Αποικιακή Έκθεση του Παρισιού το 1931 υπήρξε αδιαμφισβήτητη και καταλυτική, καθώς χωρίς υπερβολή ανέσυρε από τη λήθη μια μνήμη, ένα συλλογικό τραύμα, το οποίο διασωζόταν μόνο μέσω της προφορικής παράδοσης των Κανάκ και δεν είχε καταγραφεί πουθενά, με εξαίρεση το πόνημα του ιστορικού Joël Dauphiné Canaques de la Nouvelle Calédonie à Paris en 1931 (1998).

Μια επίσης πολύ σημαντική κατά τη γνώμη μου συμβολή του Κανίβαλου σε σχέση με την αποικιοκρατία είναι το ότι κατέδειξε πολύ εμπεριστατωμένα τις νοοτροπίες που τη συνόδευαν, όπως ο καθημερινός, “casual” ρατσισμός, που φαίνεται μέσα από τα τραγούδια της εποχής και από την εξίσωση των Κανάκ με ζώα σε πάμπολλα σημεία του κειμένου: οι αυτόχθονες της Νέας Καληδονίας βρίσκονταν για την αποικιοκρατική Γαλλία στο χαμηλότερο σκαλί των φυλών, κάτω από την κίτρινη και τη μαύρη φυλή ﮲ ήταν κάτι ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα, πλάσματα άγρια και ανθρωποφάγα που έπρεπε να προκαλούν τον τρόμο, που ταίριαζαν σ’ ένα κλουβί του ζωολογικού κήπου, ανάμεσα στα λιοντάρια και τους κροκόδειλους. Τελειώνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης δεν έχει καμία αμφιβολία για το ποιος είναι στ’ αλήθεια ο κανίβαλος.

Β.Μ: Πώς κρίνεις τον συνεχιζόμενο εκδοτικό οίστρο σε βιβλία «κατηγορώ» της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας ανά τον κόσμο;

Θεωρώ πως είναι κάτι το εντελώς φυσικό και αναμενόμενο. Μετά τη διάλυση των μεγάλων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών έγινε αντιληπτό πως δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο σήμερα εάν δεν λάβουμε υπόψη τι ακριβώς συνέβη κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. Και αυτό είναι αδύνατο αν δεν ακουστεί η φωνή των αποικιοκρατούμενων, η οποία απουσίαζε από τον δημόσιο και κυρίαρχο λόγο. Η ανάπτυξη του πεδίου των μεταποικιακών σπουδών, η εμφάνιση συγγραφέων από τις πρώην αποικίες – η λεγόμενη μεταποικιακή (post-colonial ) λογοτεχνία, αλλά και το αυξανόμενο ενδιαφέρον του κόσμου να μάθει για τις άγνωστες πτυχές της ιστορίας της αποικιοκρατίας, όλα αυτά αντανακλώνται στην εκδοτική κινητικότητα και στην παραγωγή γραπτού λόγου που στηλιτεύει την αποικιοκρατία. Φυσικά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και η χρονική απόσταση, η οποία διευκολύνει το να έρθουν στο φως θέματα που παλιότερα ήταν ταμπού.

Είναι κατά τη γνώμη μου κάτι πολύ θετικό, γιατί αφενός μόνο έτσι μπορούμε να γνωρίζουμε τι συνέβη, και αφετέρου κυρίως γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να επουλωθούν και να μην κακοφορμίζουν τα τραύματα του παρελθόντος. Η αποσιώπηση, το ταμπού δημιουργεί ένα κενό που μπορεί εύκολα να πληρωθεί από ακραίο λόγο και ρητορική μίσους. Γνωρίζοντας το παρελθόν κατανοούμε καλύτερα το παρόν και μπορούμε να έχουμε μια (αφελή) ελπίδα πως η ιστορία δεν θα επαναληφθεί.

Β.Μ: Τελειώνοντας τη μετάφραση του βιβλίου τι σου άφησε ως συναίσθημα και τι δυσκολίες συνάντησες στην όλη μεταφραστική διαδικασία;

Το βιβλίο αυτό το διάβασα πριν από μερικά χρόνια και προχώρησα στη μετάφρασή του επειδή μου άρεσε, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια συζήτηση με εκδοτικό οίκο. Έτσι, όταν τελείωσα τη μετάφραση, το κυρίαρχο συναίσθημα που μου άφησε ήταν η επιθυμία να μοιραστώ με άλλους μια συγκλονιστική αλλά κατά βάθος αισιόδοξη ιστορία που μου έχουν διηγηθεί σαν παραμύθι, με θέμα τη γενναιότητα και την έμπρακτη αλληλεγγύη. Γιατί, παρότι το βιβλίο εκκινεί από πραγματικά γεγονότα και περιγράφει μια σύνθετη πραγματικότητα, παρά το στιβαρό ρεαλιστικό του υπόβαθρο, μου έφερε στο μυαλό πολλά στοιχεία από τη μορφολογία των λαϊκών παραμυθιών: την αρπαγή της πριγκίπισσας, την περιπλάνηση του ήρωα σε ξένο τόπο, το «μαγικό» δώρο του Φοφανά που κάνει τον Γκοσενέ και τον Μπαντιμουάν «αόρατους» κλπ. Για μεγάλη μου χαρά, όταν επικοινώνησα με τον κ. Ζήση Αϊναλή, υπεύθυνο της σειράς oposito noir, ο εκδοτικός οίκος έδειξε ενθουσιώδες ενδιαφέρον για την έκδοση του βιβλίου.

Το συγκεκριμένο κείμενο δεν παρουσιάζει πολύ σημαντικές μεταφραστικές δυσκολίες. Σε αντίθεση με άλλα έργα του Daeninckx (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα τρία αστυνομικά μυθιστορήματά του που περιλαμβάνονται στην ουλιπιανής λογικής σειρά Le Poulpe, με εμπνευστή τον Jean-Bernard Pouy), στον Κανίβαλο δεν συναντούμε γλωσσικά παλίμψηστα, λογοπαίγνια κλπ. που θα συνιστούσαν σημαντική μεταφραστική δυσκολία λόγω του ενδογλωσσικού τους χαρακτήρα. Οι κυριότερες δυσκολίες, όπως ήταν αναμενόμενο, αφορούσαν πολιτισμικούς ενδείκτες (στοιχεία γεωμορφολογίας, χλωρίδας, πανίδας, υλικού πολιτισμού κλπ). Και φυσικά τα διάφορα αποσπάσματα από ποιήματα και από τραγούδια της εποχής που συναντούμε στο κείμενο, τα οποία απαιτούσαν ιδιαίτερη μεταφραστική προσέγγιση.

 

συνέντευξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Σεπτέμβρης 2021

 

 

*Η Μαρία Θεοχάρη είναι μεταφράστρια και υποψήφια διδάκτορας του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

——————————————————————————————————–

 

– Ό,τι ερωτήσεις έχει να θέσει κανείς τις θέτει πρωτύτερα…Τέτοιες ώρες οι ερωτήσεις είναι ο καλύτερος τρόπος για να μην κάνεις τίποτα…

(απόσπασμα από το βιβλίο)

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ