Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλά για τις νουβέλες του

20200129_155554.jpg (Demo)
Η συζήτησή μας με τον Μιχάλη Αλμπάτη έγινε με αφορμή τις δυο του νουβέλες, «Ο κώλος της Άννας» και «Κάρτα Ελεύθερης Πρόσβασης» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Απόπειρα. Νομίζω οι πρόλογοι είναι περιττοί σε μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από θέματα εκδοτικά, βιοποριστικά αλλά και σεξουαλικά.


Β.Μ :   Πότε άρχισες να γράφεις και ποια βιώματα σε οδήγησαν να εκφραστείς μέσω του γραψίματος;
 
Άρχισα να γράφω στην εφηβεία, φρικτή ποίηση, όπως τόσος κόσμος. Στη συνέχεια πέρασαν χρόνια με κάποιες σκόρπιες, αποτυχημένες απόπειρες να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, χρειάστηκε όμως να πάω τριάντα πέντε χρονών για να πω ότι κάτι κατάφερα. Μάλλον δεν είναι τα βιώματα που μας οδηγούν να εκφραστούμε μέσω της γραφής αλλά η έλλειψή τους. Αν ζεις μια έντονη και πλούσια ζωή μάλλον δεν έχεις χρόνο και διάθεση να γράψεις. Τελικά, θα συμφωνήσω με τον Μπόρχες, γράφουμε τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε αλλά κανείς δεν έχει σκεφτεί να τα γράψει.
Β.Μ : Πόσο δύσκολο είναι για έναν νεόκοπο συγγραφέα να βρει τρόπο ώστε κάποιος από τους εκδοτικούς οίκους να εκδώσει τα έργα του;
 
Όλοι φαντάζομαι οι άνθρωποι που γράφουν έχουν στη συλλογή τους άπειρες απορριπτικές επιστολές, αν και αρκετοί εκδότες δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Σίγουρα είναι τρομερά δύσκολο να κάνεις μια αρχή. Εγώ το προσπαθούσα για περισσότερο από δέκα χρόνια. Το εκπληκτικό με το πρώτο βιβλίο μου που τελικά κυκλοφόρησε είναι ότι έγινε δεκτό από τον πρώτο κιόλας εκδότη που το έστειλα, κι ενώ οποιοσδήποτε άλλος δεν θα καταδέχονταν καν να διαβάσει ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα με τίτλο «Ο κώλος της Άννας», εκεί στην Απόπειρα φαίνεται ότι παίρνουν ακόμα στα σοβαρά τον ρόλο τους, δεν διστάζουν να εκδώσουν κάτι ανορθόδοξο, πειραματικό ή αλλόκοτο, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ξεκίνησαν τις εκδόσεις τους με τις «Σημειώσεις ενός πορνόγερου», αρχές τις δεκαετίας του ’80…
Β.Μ : Πόσο επίπονη είναι αυτή η διαδικασία;
 

Εξοντωτική θα έλεγα, γι’ αυτό χρειάζεται να είναι κανείς «ψώνιο», να έχει δηλαδή μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Αυτή η αλαζονεία, η έπαρση, είναι αναγκαία, κυρίως στους αποτυχημένους, για να συνεχίσουν να επιμένουν. Φυσικά υπάρχει ο κίνδυνος να μην έχεις ταλέντο, να είσαι μια μετριότητα, και αυτή η έπαρση να φαντάζει ολότελα αστεία. Ευτυχώς υπάρχουν οι φίλοι, άνθρωποι που δεν θα μας πάρουν ποτέ στα σοβαρά ακόμα κι αν κερδίσουμε το βραβείο Νόμπελ, άνθρωποι που μας αγαπάνε άσχετα με το αν έχουμε ταλέντο ή όχι. Αυτοί μας βοηθούν να εξισορροπούμε τόσο τις ανασφάλειες όσο και τις μεγαλομανίες μας.

Β.Μ : φαντάζομαι ότι έσοδα από αυτήν την προσπάθεια δεν υπάρχουν; Γιατί πιστεύεις ότι γίνεται αυτό;
 
 Για να έχεις έσοδα που θα σου επιτρέψουν να αφοσιωθείς στο γράψιμο θα πρέπει τα βιβλία σου να γίνουν best sellers, πράγμα που στην Ελλάδα σημαίνει αναγκαστικά να ανήκουν στη ροζ λογοτεχνία. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, λίγο πριν ξεκινήσω δουλειά το καλοκαίρι ή λίγο πριν το λιομάζωμα, σε στιγμές βαθιάς απελπισίας δηλαδή, να προσπαθήσω να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο, αν και δεν θεωρώ ότι θα είναι εύκολη υπόθεση, δεν γίνεται να «ξεγελάσεις» τους αναγνώστες, για να γράψεις κάτι πετυχημένο πρέπει να υπηρετήσεις το είδος, να αλλάξεις τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τον κόσμο. Νομίζω ότι είναι μια ενδιαφέρουσα πρόκληση.
Β.Μ : Πες μας δυο λόγια για τις δυο σου νουβέλες «Ο κώλος της Άννας» και «Κάρτα Ελεύθερης Πρόσβασης» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Απόπειρα.
 

 «Ο κώλος της Άννας» είναι μια ιστορία για μια μονομανία, μια θρησκευτική ιστορία, γιατί η θρησκευτική λατρεία αποτελεί τελικά μια μονομανία. Ο ήρωας της νουβέλας, Αλφόνσο Αλδεβαράν, αναπτύσσει μια παθολογική θα λέγαμε λατρεία για τα οπίσθια της νεαρής υπηρέτριάς του, της Άννας, και δομεί γύρω από αυτά τον ιστό μιας προσωπικής θρησκείας, με το αναγκαίο τελετουργικό αλλά και τον φιλοσοφικό στοχασμό με τον οποίο ο κάθε λάτρης προσπαθεί εκ των υστέρων να περιβάλει το αντικείμενο της λατρείας του. Όσο για την «Κάρτα Ελεύθερης Πρόσβασης», είναι μια νουβέλα γύρω από το σεξ, το οποίο νομίζω ότι είναι περισσότερο αστείο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε, για αυτό και επέλεξα να χρησιμοποιήσω την φόρμα της φάρσας. Ο ήρωας, ένας συγγραφέας έργων ερωτικής λογοτεχνίας, στην παρακμή του, γίνεται κάτοχος μιας καρτούλας που μεταμορφώνει κάθε θηλυκό σε πρόθυμο ερωτικό σκλάβο του, εξωθώντας τον σε μια σειρά από περιπέτειες που θα δοκιμάσουν τόσο την αυτοσυγκράτησή του όσο και την ιδεολογία του.

Β.Μ : Οι δυο νουβέλες αυτές αγγίζουν ένα θέμα ταμπού. Το σεξ. Είναι ερωτική λογοτεχνία αλλά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι και «πορνογραφία». Φοβήθηκες καθόλου την κοινωνική απόρριψη ή την κοινωνική κατακραυγή σε μια κοινωνία που βαδίζει με τον σταυρό του politicalcorrect;
 
 «Ο κώλος της Άννας» δεν θα έλεγα ότι αναφέρεται στο σεξ. Υπάρχει σε αυτόν ένα διάχυτο ερωτικό στοιχείο, όπως υπάρχει ένας υπόρρητος ερωτισμός σε κάθε θρησκευτική λατρεία, όμως δεν περιέχει ούτε μια σεξουαλική πράξη και δεν θα μπορούσα να πω ότι ανήκει στην ερωτική λογοτεχνία. Αντιθέτως η «Κάρτα» βρίθει σεξουαλικών σκηνών και ήδη πολλοί με έχουν κατηγορήσει για πορνογραφία, όπως επίσης για σεξισμό. Οπότε ναι, ανησυχούσα για το πώς θα εκλάβουν οι δυνητικοί αναγνώστες αυτά που γράφω, αυτά που προσπαθώ να πω, όμως είναι αδύνατον να γράψεις ή να εκφραστείς με οποιονδήποτε τρόπο καλλιτεχνικά αν σκέφτεσαι συνεχώς μην τυχόν και νιώσει κάποιος προσβεβλημένος. Δεν μπορείς παρά να είσαι ειλικρινής, ξέροντας ότι το χιούμορ μας, η ματιά μας, ακόμα και η ίδια η ύπαρξή μας, μπορεί σε κάποιους να μοιάζουν γοητευτικά και ενδιαφέροντα όμως σε κάποιους άλλους θα φαντάζουν αδιάφορα ή και αποκρουστικά.
Β.Μ : Στο έργο σου «προτάσσεται» κατά τη γνώμη μου η σεξουαλική απελευθέρωση. Πώς πιστεύεις μπορεί να πραγματωθεί αυτό σε μια κοινωνία ραγδαία συντιρητικοποιούμενη;
 
Ο άνθρωπος πάντα αντιμετώπιζε με δέος τη σεξουαλικότητά του, το δυναμικό της, την ασυδοσία της, γι’ αυτό και οι κύριες, αρχέγονες απαγορεύσεις αφορούν το σεξ και την βία, τη χρήση σεξ και τη χρήση βίας. Ταυτόχρονα βέβαια κατανοούσε ότι δεν είναι δυνατόν να καταπιέζεις μονίμως μια δύναμη τόσο ισχυρή και επιτακτική κι έτσι κατέφευγε στην τελετουργική παράβαση, στο όργιο. Τον εικοστό αιώνα ο δυτικός άνθρωπος πράγματι αφαίρεσε αρκετές απ’ τις αλυσίδες με τις οποίες είχε αυτό το κτήνος αλυσοδέσει, για να ανακαλύψει όμως ότι απελευθερώνοντάς το βρέθηκε ο ίδιος δέσμιός του. Ίσως σ’ αυτό να οφείλεται η επιχειρούμενη επιστροφή στην οποία αναφέρεσαι. Πάντως δεν νομίζω ότι υπάρχει ελπίδα για κάτι διαφορετικό, ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εφαρμόσει και στο σεξ την ίδια απληστία που εφαρμόζει παντού, και τελικά ο καπιταλισμός είναι τόσο επιτυχημένος γιατί εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο, σε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο αυτήν την βαθιά, ασυγκράτητη απληστία του ανθρώπου, τη νοσηρή και ενδόμυχη αδηφαγία του…
 

 

 

 

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε το 1973 στο Ζαρό, στους πρόποδες του Ψηλορείτη. Από το δεκαοχτώ του ζει στο Ηράκλειο, όπου, κατά τη νεότητά του, διέπρεψε στους κύκλους των οδοιπόρων της απώλειας και της αριστοκρατίας των αφανών. Το διήγημά του «Ο άνδρας που έκλεγε» έχει συμπεριληφθεί στη συλλογή Παράξενες μέρες στο Ηράκλειο, Εκδόσεις Παράξενες Μέρες, 2018. Το 2018 δημοσίευσε την πρώτη του νουβέλα Ο κώλος της Άννας (Απόπειρα).

 

Συνέντευξη

Βαγγέλης Μπουμπάκης
Μάρτης 2020

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ