Αδελφή Μόνικα | Συζήτηση με την Εύη Μαυρομμάτη

ertawe

Αδελφή Μόνικα
του Ε.Τ.Α. Χόφφμανν
εκδόσεις Printa/Ροές
συζήτηση με την μεταφράστρια
Εύη Μαυρομμάτη

 

Β.Μ: Έχοντας αναπτύξει μια επικοινωνία με τον Ε.Τ.Α. Χόφφμανν –το λέω με αφορμή το γράμμα σου στο τέλος του βιβλίου– η γνώμη σου θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα! Ποιος είναι, λοιπόν, για εσένα ο Ερνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφφμανν;

Χόφφμανν για εμένα σημαίνει πάθος, σημαίνει πείσμα, σημαίνει τόλμη να περάσεις μέσα από τις απαιτούμενες συγκρούσεις ώσπου ν’ ανακαλύψεις τον βαθύτερο εαυτό σου και να συμφιλιωθείς μαζί του, να εμπιστευτείς τη μοναδικότητά του.

Μεγαλώνει σε ένα αυστηρό, προτεσταντικό περιβάλλον. Στα δύο του, λόγω του διαζυγίου των γονιών του, αποχωρίζεται πατέρα κι αδελφό. Η μάνα του, που έπασχε από κρίσεις υστερίας, είναι μονίμως κλειδαμπαρωμένη στην κάμαρά της και αποστασιοποιημένη απ’ όλους, ακόμα κι από τον ίδιο της τον γιο. Υπεύθυνος για την ανατροφή του είναι ο αδελφός της μητέρας του, ένας σαραντάρης εργένης, αυστηρός, πουριτανός κι ιδιόρρυθμος. Όχι και το καλύτερο περιβάλλον για ν’ ανθίσει η ψυχή ενός παιδιού!

Αργότερα, παρ’ όλο που το δικό του πάθος είναι η μουσική, σπουδάζει νομικά. Ενδεχομένως να μην ήταν καθαρά δική του απόφαση. Ίσως να τον έσπρωξε προς αυτή την κατεύθυνση η οικογένειά του, η οποία ήταν επιφανής οικογένεια νομομαθών, αλλά και η ίδια η κοινωνία στην οποία ζούσε. Το αποτέλεσμα είναι πως ο άνθρωπος αυτός παλεύει σε όλη του τη ζωή –πράγμα που συχνά αποτυπώνεται και στο έργο του– να ισορροπήσει ανάμεσα στον κόσμο της τέχνης του και την επαγγελματική του ζωή. Πρέπει να φτάσει στα είκοσι τέσσερα, οπότε και βρίσκεται για πρώτη φορά μακριά από τον έλεγχο της οικογένειάς του, για να ασχοληθεί κάπως πιο εντατικά με τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες.

Ο Χόφφμανν είναι ο άνθρωπος που εφτά φορές πέφτει και σηκώνεται οχτώ. Η ζωή του είναι ένα διαρκές σκαμπανέβασμα. Σε επαγγελματικό, οικονομικό και προσωπικό επίπεδο. Τίποτα δεν του χαρίζεται, ούτε καν ο θάνατος: τον τελευταίο χρόνο της σύντομης ζωής του τον περνά βλέποντας το σώμα του να παραλύει σταδιακά εξαιτίας της σύφιλης. Ούτε και τότε όμως το βάζει κάτω. Γράφει τα έργα του υπαγορεύοντάς τα.

Β.Μ: Ποιο ή ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που κατά τη γνώμη σου τον καθιστούν ένα σπουδαίο συγγραφέα;

Ο Χόφφμανν μοιάζει να αποτελεί την ενσάρκωση της νιτσεϊκής φράσης: «Το να γίνει κανείς αυτό που είναι προϋποθέτει ότι δεν έχει ιδέα ποιος είναι». Διακαής του πόθος δεν είναι να γίνει και να πετύχει ως συγγραφέας, αλλά ως μουσικός και σκιτσογράφος. Σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, κάνει τα πάντα για ν’ αναγνωριστεί ως μουσικός, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το θέλει μάλιστα τόσο πολύ, που, ακόμα κι όταν αρχίζει να καταξιώνεται ως συγγραφέας, εκείνος κοιτάζει ακόμα πώς θ’ ανεβάσει την όπερά του Undine για άλλη μια φορά στη σκηνή. Το πρώτο του βιβλίο, τον Ιππότη Γκλουκ, το γράφει σε ηλικία 33 ετών. Εντατικά, όμως, με τη συγγραφή, ασχολείται τα τελευταία 7-8 χρόνια της ζωής του. Εκείνη την περίοδο, η πένα του παίρνει πραγματικά φωτιά, καθώς συχνά γράφει συγχρόνως περισσότερα από ένα έργα.

Ωστόσο, το γεγονός ότι άργησε να γράψει δεν σημαίνει ότι ο χρόνος που προηγήθηκε ήταν χρόνος νεκρός. Απεναντίας, ήταν ένα διάστημα έντονης εσωτερικής ζύμωσης και διαμόρφωσης όλων των απαραίτητων δυνάμεων, ικανοτήτων και αρχών που χρειαζόταν για να υλοποιήσει την, τρόπον τινά, κυρίαρχη αποστολή του.

Νομίζω πως από τα σημαντικότερα στοιχεία του ως συγγραφέα είναι η δαιμόνια ευρηματικότητά του, η πλούσια και τολμηρή φαντασία του – κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο μας οδηγεί από τη σφαίρα της πραγματικότητας σ’ εκείνη της φαντασίας. Κάπως αθόρυβα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε. Αυτό άλλωστε ήταν, κατά τη γνώμη του, ένα από τα καθήκοντα του καλλιτέχνη: να οδηγήσει στην «άλλη σφαίρα» τους ανθρώπους που δεν είχαν την ικανότητα να εισέλθουν σε αυτήν από μόνοι τους, διευρύνοντας τους πνευματικούς και συναισθηματικούς ορίζοντές τους.

Σπουδαίο, επίσης, είναι και το είδος του χιούμορ του, αυτό που ο Μπωντλαίρ στο Περί της ουσίας του γέλιου ονόμασε «απόλυτο κωμικό». Το είδος εκείνο που ενώ ο ίδιος ο Χόφφμανν το κυοφορεί εν πλήρει επιγνώσει, το κάνει να φαίνεται πως το ίδιο δεν έχει συνείδηση του εαυτού του.

Τέλος, μεγάλης σημασίας είναι μια ικανότητά του η οποία θίγεται και στο επίμετρο της Μνηστής του βασιλιά των εκδόσεων Κίχλη: ο άρτιος και ανάγλυφος τρόπος με τον οποίο περιγράφει ψυχοπαθολογικά ζητήματα, η αριστοτεχνική χαρτογράφηση της ψυχικής αβύσσου. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που η επιστήμη της ψυχιατρικής βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα.

Β.Μ: Σε ποια εποχή γράφει τα έργα του και ποια η θεματολογία που επιλέγει;

Ο Χόφφμανν ζει στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, των Ναπολεόντειων και κατόπιν των Απελευθερωτικών Πολέμων, καθώς και των προσπαθειών παλινόρθωσης των μοναρχικών καθεστώτων. Βλέπει τη γέννηση της ψυχιατρικής και την άνθηση του κινήματος του Ρομαντισμού, στο οποίο συχνά και εντάσσεται. Τη χρονιά που κυκλοφορεί η Αδελφή Μόνικα, πραγματοποιείται το Συνέδριο της Βιέννης, που οδηγεί στην ίδρυση της Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Η ενωμένη Γερμανία είναι κυρίως αστική.

Η αστική τάξη, βρισκόμενη σε έντονη πολιτισμική αντιπαράθεση με τους προνομιούχους ευγενείς, προκρίνει την εργασία, την παιδεία και τη διαμόρφωση της ιδιαίτερης προσωπικότητας έναντι της οκνηρίας, της επιφανειακότητας, της συμβατικότητας και της εθιμοτυπίας της αριστοκρατίας.

Ο Χόφφμανν, στο σύνολο σχεδόν του έργου του, ασκεί έντονη κριτική και σάτιρα σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα του καιρού του. Ταράζει τα νερά της φαινομενικής αρμονίας του αστικού βίου. Στρέφει επίσης τα βέλη του κατά της βασιλικής αυλής και του Διαφωτισμού, καθώς θεωρεί πως θέτουν σε κίνδυνο την καλλιτεχνική ευαισθησία. Τον απασχολούν έντονα θέματα όπως η γραφειοκρατία, ο γάμος και, κυρίως, η εκπαίδευση. Τα δύο τελευταία τα βλέπουμε να θίγονται και στην Αδελφή Μόνικα.

Εκείνη την εποχή, η μόρφωση ήταν το διαβατήριο για την είσοδο στα σαλόνια των επιχειρηματιών-μεγαλοαστών και η εκπαίδευση προετοίμαζε το άτομο για μια επιτυχημένη πορεία σε αυτόν τον υλιστικό κόσμο. Ο Χόφφμανν, όμως, πίστευε πως ο αληθινός σκοπός της εκπαίδευσης είναι να ενθαρρύνει το άτομο να βρει έναν τρόπο ζωής που θα ανταποκρίνεται στη βαθύτερη ουσία του, που δεν θα το κάνει να παριστάνει πως είναι κάτι το οποίο δεν είναι.

Έχω την αίσθηση ότι ο Χόφφμανν ήταν ένας άνθρωπος και ένας καλλιτέχνης που δεν «χωρούσε» στην εποχή του. Όταν συμβαίνει αυτό, οι δρόμοι είναι δύο: ή «αυτοακρωτηριάζεσαι», προκειμένου να γίνεις «σαν τους άλλους», ή παλεύεις να μετασχηματίσεις την πραγματικότητα με τρόπο που να σε «χωράει». Ευτυχώς για τη Λογοτεχνία και για εμάς, τους αναγνώστες του, έκανε το δεύτερο.

Στη θεματολογία του ανήκει επίσης η εξερεύνηση της φύσης των σκοτεινών πλευρών του εαυτού, ζητήματα αισθητικής, ενώ δεν απουσιάζει η μεγάλη του αγάπη, η μουσική.

Β.Μ: Τι θα διαβάσουμε στην Αδελφή Μόνικα; Σε αυτό το μικρό διαμαντάκι που μας δώσατε, εσύ με την τόσο ενδελεχή έρευνα και δουλειά πάνω στο κείμενο αλλά και οι εκδόσεις Printa/Ροές για το καλαίσθητο αποτέλεσμα;

Νομίζω πως στην Αδελφή Μόνικα ο κάθε αναγνώστης θα διαβάσει αυτό που θέλει να διαβάσει. Στην αρχή του βιβλίου υπάρχει ένα κείμενο του Γάλλου υπερρεαλιστή συγγραφέα André Pieyre de Mandiargues με τίτλο «Ένας μυστηριώδης έρωτας» και στο τέλος το επίμετρό μου. Τα δύο αυτά κείμενα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα – τόσο αντίθετα, που, κάποια στιγμή, μ’ έπιασαν οι αμφιβολίες σχετικά με το αν έπρεπε να παραδώσω το επίμετρο στις Ροές. Εκεί που ο Mandiargues βλέπει «μια αλληλουχία σύντομων αναλαμπών που φωτίζουν ένα όμορφο μισάνοιχτο στόμα, ωραία στητά γυμνά στήθη, μια λεία κοιλιά, όμορφα πισινά έτοιμα να δεχτούν τις βιτσιές, καλλίγραμμα μπούτια ανοιγμένα» και θεωρεί ότι «μια περιτομή και μερικά μαστιγώματα που παρεμβάλλονται εδώ κι εκεί είναι μαρτύρια θεατρικά, ενώ οι λίγες σταγόνες αίματος που κυλούν τέρπουν πιο πολύ το θύμα μάλλον παρά το βασανιστή», εγώ βλέπω «έναν κόσμο που νοσεί, γεμάτο με σώματα πλασμένα από πόνο και ανθρώπους που βυθίζονται όλο και πιο πολύ στην κτηνώδη φύση τους», «ένα κείμενο που, έχοντας για όπλο του την ίδια του τη βία, πολεμά τη βία μέσα σ’ έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη νοημοσύνη και την ευφυΐα τους, το συναίσθημα και την ευαισθησία τους με τρόπο άκρως εσφαλμένο».

Το μόνο σίγουρο είναι πως μέγας πρωταγωνιστής είναι το σώμα. Μέσα από το σώμα –είτε αυτό ανήκει σε αστό, σε αριστοκράτη, σε κληρικό ή χωρικό– βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι αλλά και τον κόσμο όπως θα μπορούσε να είναι.

Β.Μ: Πες μας λίγα λόγια για την ίντριγκα που προκάλεσε το έργο σχετικά με την πατρότητά του, όπου ακόμα και σήμερα έχουμε μερικά σύννεφα να πλανώνται πάνω από αυτή την ιστορία;

Το βιβλίο κυκλοφορεί ανώνυμα το 1815, στη Γερμανία, από έναν επινοημένο εκδοτικό οίκο ονόματι Kos & Loretto. Το 1910 ανατυπώνεται στη Βιέννη από τον Gustav Gugitz, ο οποίος είναι ο πρώτος που αποδίδει την πατρότητα του κειμένου στον Χόφφμανν. Το 1965 ακολουθεί μια νέα έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Gala του Αμβούργου, που συνοδεύεται από ένα επίμετρο του Rudolf Frank, ο οποίος, ήδη από το 1924 έχει ταχθεί υπέρ της άποψης πως πρόκειται για έργο του Χόφφμανν. Τόσο ο Gugitz όσο και ο Frank τεκμηριώνουν τις απόψεις τους με επιχειρήματα και στοιχεία, τα οποία συνέλεξαν πραγματικά φιλόπονα.

Κάποια στιγμή, ο Rudolf Frank, χάρη στη γνωριμία που έκανε εντελώς τυχαία η αδελφή του με τον δρα Hauser σε ένα γεύμα, αποκτά πρόσβαση στο χειρόγραφο της Αδελφής Μόνικας: το είχε κληρονομήσει η σύζυγος του Hauser, η Susi Devrient, ο παππούς της οποίας ήταν ανιψιός του ηθοποιού Ludwig Devrient, ενός από τους καλύτερους φίλους του Χόφφμανν. Καθώς λέγεται, όσο ο Χόφφμανν ήταν εν ζωή, είχε δώσει πολλά από τα γραπτά του στον Devrient.

Στο σπίτι του Hauser, ο Rudolf Frank μαζί με το φίλο του Wilhelm Jaspert εξετάζουν το χειρόγραφο, το οποίο φυλασσόταν σε ένα εντοιχισμένο ντουλαπάκι μαζί με ένα σωρό σχέδια, γελοιογραφίες, παρτιτούρες και άλλα χειρόγραφα που αναμφίβολα ανήκαν στον Χόφφμανν, και αμέσως μετά ξαναμπαίνουν όλα στο ντουλαπάκι. Ο Jaspert, βαθύς γνώστης του Χόφφμανν, είναι πεπεισμένος για την πατρότητα του χειρογράφου. Δυστυχώς, το σπίτι καταστρέφεται από τους βομβαρδισμούς κατά τον Β´ Π.Π., κι έτσι το κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο δεν ξαναβλέπει ποτέ το φως της μέρας.

Φυσικά, όλη αυτή η ιστορία δεν είχε μόνο υπέρμαχους αλλά και πολέμιους, οι οποίοι άρχισαν να αντιδρούν αμέσως μετά την έκδοση του 1910, και μάλιστα με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Δεν δέχονταν με τίποτα να αποδώσουν στον Χόφφμανν την πατρότητα αυτού του «άξεστου», «σαδομαζοχιστικού κατασκευάσματος», όπως το αποκαλούσαν. Κι ας ήταν γνωστό πως ο Χόφφμανν ουδέποτε υπήρξε πουριτανός, πως είχε γράψει «άσεμνα» κείμενα και πως, ο Χίτσιχ, ο εκτελεστής της διαθήκης του, έφτασε στο σημείο να κάψει αρκετά χειρόγραφα του Χόφφμανν, χαρακτηρίζοντάς τα ως πολύ «πικάντικα»! Όπως και να ’χει, το μόνο που πέτυχε η σφοδρή αυτή διαμάχη των μελετητών του Χόφφμανν ήταν να τραβήξει ακόμα περισσότερο την προσοχή στη μυστηριώδη περίπτωση της Αδελφής Μόνικας.

Β.Μ: Εάν τελικά πάρουμε σαν παραδοχή ότι η Αδελφή Μόνικα είναι του Ε.Τ.Α. Χόφφμανν, τι τον ώθησε να γράψει το συγκεκριμένο έργο; Τι ήθελε να μας πει και τι, ενδεχομένως, να καταδείξει;

Ως προς αυτό, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Ο Χόφφμανν ήταν ένας άνθρωπος που ήταν μάλλον αδύνατον να τον πετύχεις σε λογοτεχνικά σαλόνια. Η χλιαρή ατμόσφαιρά τους, η σοβαροφάνεια και η παλιομοδίτικη γλώσσα της καλής κοινωνίας τον άφηναν παγερά αδιάφορο. Αυτός επιζητούσε την ένταση, την πρόκληση. Δεν άντεχε την πλήξη. Ίσως, λοιπόν, ένας λόγος να ήταν αυτός: η επιθυμία του να ξεσηκώσει, να προκαλέσει – και να ’ναι ύστερα από μια γωνιά να παρακολουθεί αντιδράσεις. Φαντάσου να πέφτει αυτό το κείμενο στα χέρια των αστών της εποχής, που η αστικότητά τους έπρεπε να ακτινοβολείται ακόμα και στο σώμα τους! Κι όταν λέμε «αστικότητα», εννοούμε όλη εκείνη την εγκράτεια, την αυτοκυριαρχία, τον αυτοέλεγχο μπροστά σε κάθε είδους πρόκληση που έπρεπε να εκφράζονται από όλους (ακόμα κι από τους ανάπηρους!) μέσα από τις κινήσεις και τη στάση του σώματός τους, την καθαριότητα και την περιποίησή του, καθώς και την ενδυμασία τους.

Το σώμα εκείνης της εποχής ήταν ένα σώμα καταπιεσμένο, καθηλωμένο από κανόνες επί κανόνων καλής συμπεριφοράς, μαθημένο στην πειθαρχία και την υποταγή. Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό που ήθελε να καταδείξει συνοψίζεται περίφημα στα λόγια που βάζει στο στόμα της ηρωίδας του, της κυρίας Σωντελύζ:

«Πόσο περίεργα τα φαινόμενα της φύσης και της ανατροφής! Ντρεπόμαστε και μαθαίνουμε να ντρεπόμαστε συστηματικά για καθετί καλό, φυσικό κι ωραίο, ενώ, μέρα με τη μέρα, συνηθίζουμε όλο και πιο πολύ να θεωρούμε ευπρεπή την ασχήμια μας και την κακότητά μας. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, δεν υπάρχει κακή συνήθεια που να μπορεί να βάλει ο νους μας και που να μην έχει καλλιεργηθεί στο έπακρο, δίχως το παραμικρό ίχνος ντροπής. Αρκετές, μάλιστα εξ αυτών τις έχουμε καλοδεχτεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της υψηλής αισθητικής καλλιέργειας και των λεπτών τρόπων, σε τέτοιο δε σημείο, που τελικά ντρέπεται αυτός που δεν τις έχει. Το μόνο για το οποίο ντρεπόμαστε, ωστόσο, είναι για την καλλιέργεια της σαρκικής ηδονής».

Β.Μ: Πόσο προκλητικό ήταν για την εποχή του και αλήθεια πόσο για τη δική μας; Διαβάζει ο κόσμος ερωτογραφήματα ή έχουμε εθιστεί στον κατακλυσμό των εικόνων της χυδαιότητας;!

Μιλάμε για μια εποχή όπου έχει προηγηθεί μια λογοτεχνία τρόπων καλής συμπεριφοράς κι έχει πραγματοποιηθεί μια λογοτεχνική εκστρατεία για την αγάπη μέσα στο γάμο, η οποία, επηρεασμένη από τον Διαφωτισμό, απορρίπτει την αγάπη ως ένα αυθόρμητο, γεμάτο πάθος συναίσθημα και προκρίνει τη «λελογισμένη» εκδοχή της. Οι αξίες της εποχής ήθελαν τη γυναίκα-σύζυγο αγνή, ευγενική και σεξουαλικά αθώα, προκειμένου να μπορέσει να γίνει σωστή μητέρα.

Σε ό,τι αφορά την πορνογραφία, απευθυνόταν ως επί το πλείστον σε μια καλλιεργημένη ελίτ. Η πρόσβαση σε αυτήν, όμως, δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Στόχος των αρχών ήταν η κατάπνιξή της κι αυτό, κυρίως, για τρεις λόγους: πρώτον, η σεξουαλική διέγερση θεωρείτο επικίνδυνη για το άτομο και για την τάξη. Πίστευαν πως οι ερωτικές περιγραφές μπορούσαν να προκαλέσουν υπερδιέγερση του νευρικού συστήματος και να οδηγήσουν σε ψυχικές διαταραχές, μέχρι και στην αυτοκτονία. Δεύτερον, θεωρούσαν την πορνογραφία πηγή εγκληματικότητας, επειδή οι νέοι κατά κύριο λόγο άντρες θα έμπαιναν στον πειρασμό να μιμηθούν τα όσα διάβαζαν. Και τρίτον, τη θεωρούσαν απειλή για το κράτος, θεμέλια του οποίου ήταν η νοικοκυρεμένη οικογενειακή ζωή, επομένως, ό,τι υπονόμευε την ηθική υπονόμευε την οικογένεια, και άρα έθετε σε κίνδυνο την κοινωνική και πολιτική τάξη.

Υποθέτω, λοιπόν, πως μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Αδελφή Μόνικα σίγουρα θα τάραξε τα νερά και όχι μόνο με τις ερωτικές της σκηνές, αλλά και με λόγια σαν αυτά, που βγαίνουν από το στόμα μιας γυναίκας, της Αυρηλίας:

«Επιπλέον, οι συνθέσεις και οι ενώσεις που προκαλούν τα χημικά και μηχανικά ερεθίσματα πάνω και μέσα στο ζωανθρώπινο σώμα παρασύρουν τις αισθήσεις μας, λόγω της υπεράφθονης λέμφου που παράγουν, σε μια ηδονική ένωση των κορμιών, η οποία εκμηδενίζει κάθε ευθυκρισία, κάθε κακία κι όλη την αρετή της ευπρέπειας και της αιδούς, και τις πετάει σαν κάτι το εντελώς άχρηστο, σαν ρούχα που τα βγάλαμε από πάνω μας και τώρα, παραδομένα σε μια γλυκιά αδράνεια, κείτονται στα πόδια μας. Ουρανός και γη τίθενται σε κίνηση, και το μεγαλείο κι η δύναμη της δημιουργίας μοιάζουν με μέρα γιορτινή, που οι αισθήσεις κι η ψυχή μας την τιμούν μ’ ενθουσιώδη ευλάβεια […] Όσο απομακρύνεται ο πολιτισμός από καθετί σωματικό και καθιστά σαφή την απομάκρυνσή του αυτή στον άνθρωπο των αισθήσεων τόσο θα μας αφαιρούνται οι θησαυροί της απόλαυσης και τη θέση τους θα παίρνει η έπαρσή μας και μόνο».

Τότε, τα ερωτογραφήματα ήταν μια πράξη εξέγερσης. Στόχος συγγραφέων όπως ο Ντε Σαντ, ο Κρεμπιγιόν, ο Ντιντερό –οι οποίοι παρελαύνουν και στις περιγραφές τις Αδελφής Μόνικας–, αλλά και μεταγενέστερων όπως λ.χ. ο Απολλιναίρ ή ίσως ακόμα κι ο Τσέχωφ, δεν ήταν απλώς να σοκάρουν, αλλά και να εκτοξεύσουν τα βέλη τους κατά της εκκλησιαστικής εξουσίας ή της συντηρητικής κοινωνίας στην οποία ζούσαν. Τα αντίστοιχα κείμενα της δικής μας εποχής, κυρίως αυτά που οι πωλήσεις τους χτυπάνε κόκκινο, σίγουρα δεν σοκάρουν –τι ακριβώς να μας σοκάρει, όταν με το πάτημα ενός κουμπιού μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε όποια ακρότητα μπορούμε να φανταστούμε ή ακόμα και σε ορισμένες που δεν έχουν καν περάσει απ’ το μυαλό μας;– και αναμφίβολα δεν μας κάνουν πιο πλούσιους ως υπάρξεις. Ωστόσο, ακόμα και στα καθ’ ημάς, υπάρχει ερωτική λογοτεχνία που καταγίνεται με το κεφάλαιο «επιθυμία» δίχως να προσβάλλει την αισθητική ή τη νοημοσύνη μας.

Για να μην τα ρίχνουμε όμως όλα στους δημιουργούς, νομίζω πως και οι αναγνώστες θέλουμε επανεκπαίδευση στο συγκεκριμένο είδος. Χρειάζεται να μεταβούμε από την ευκολία της εικόνας, που σου προσφέρει τα πάντα στο πιάτο, στη μαγεία και τη δύναμη της φαντασίας. Να μετατραπούμε από σεξουαλικούς ανθρώπους που συνδέονται κι αποσυνδέονται ταχύτατα, καταδιωκόμενοι από το φόβο μην τυχόν και χάσουμε τον έλεγχο και την εξουσία μας πάνω στον άλλον, σε ανθρώπους ερωτικούς, που θα τολμούν να διαθέσουν τον εαυτό τους. Κι ας το χάσουμε στο τέλος το παιχνίδι.

 

συνέντευξη
Βαγγέλης Μπουμπάκης
Νοέμβρης 2021

 

Η Εύη Μαυρομμάτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι απόφοιτη του Γερμανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ. Εργάζεται στο χώρο του βιβλίου ως μεταφράστρια και επιμελήτρια. Το 2014 ήταν υποψήφια για το Βραβείο Μετάφρασης Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας Goethe Institut Athen. Έχει μεταφράσει ποιήματα της Else Lasker-Schüler, του Richard Εxner, του Georg Trakl και του Rainer Maria Rilke, διηγήματα των Gottfried Keller και E.T.A. Hoffmann, καθώς και δοκίμια των Siegmund Freud, Aby Warburg, Friedrich Nietzsche, Alice Miller και Isolde Charim. Επίσης, το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο “Όχι τα λόγια”, ενώ βρίσκεται υπό έκδοση από τις εκδόσεις Βακχικόν η δεύτερη δική της δουλειά, “Το όνειρο του Οιδίποδα. Μια τραγωδία εν κρανίω”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ